Τετάρτη 24 Αυγούστου 2011

Oμολογία "γυμνού ασκητού



"Αποφεύγοντας λοιπόν να παρασταθούμε και παρακολουθήσουμε είτε γενικά, είτε με λεπτομέρειες την παραμονή του στη χερσόνησο του Άθω, την καταγεμάτη διδαχή, συγκίνηση και δέος, θα βρεθούμε κοντά σε μία επίσκεψη που έκανε μιά από κείνες τις ημέρες στα Καυσοκαλύβια, στη δροσερή Κερασιά κι από εκεί στα Κατουνάκια, στο Ησυχαστήριο των ζωγράφων Δανιηλαίων, στην ακροτοπιά, που, όπως λένε, ψέλνουν αγγελικά. Ήταν μία ταλαιπωρία, για να φθάσει ώσαμε εκεί. Αλλά υπερνικήθηκε από τον έρωτα που ένοιθε για βυζαντινές μελωδίες, για κατανυκτικούς ύμνους στην Υπεραγία Θεοτόκο. Στα Κατουνάκια οι περίφημοι ζωγράφοι Δανιηλαίοι από αδελφό σε αδελφό φύλαγαν το θησαυρό του αρχαίου μέλους, ισοκρατούσαν και έμελπαν την υμνολογία χρωματίζοντας το λόγο σαν άγγελοι. Κάτι το ασύλληπτο, το "ραντίζον την ψυχήν θεικήν δρόσον και αγαλλίασιν". Στο Ησυχαστήριό τους, περίφημο για την Αβραμιαία φιλοξενία του, εμόναζαν και τότε κάπου δώδεκα αδελφοί, οι οποίοι ζούσαν μεταξύ τους με άκρα υπακοή, απλότητα και αγάπη. Εκτελούσαν τις ιερές ακολουθίες με τέτοια κατάνυξη, που ο επισκέπτης λησμονούσε τα πάντα, αιθεροπιανόταν, ξέφευγε από τη χοική ουσία και επιθυμούσε να μη σαλέψει ποτέ από κεί.
Κάπου δέκα λεπτά της ώρας πορεία, κάτω από το Ησυχαστήριό τους, ήταν το φρικτό Καρούλι, ένας απόκρημνος βράχος πάνω από εκατό μέτρα, όπου κάτω χαμηλά στις ακριές του βρεχόταν από το μανιασμένο κύμα της ακρογιαλιάς.
Οι Δανιηλαίοι δεν είχαν ειδοποιηθεί για την επίσκεψή του, δεν ήξεραν ποιός είναι. Παρουσιάστηκε με καλογερικό σκούφο, με τα παλαιά ράσα που χρησιμοποιούσε στην καλλιέργεια των λουλουδιών του κήπου της Ριζαρείου, με χοντρές καλογερίστικες αρβύλες. Είπε πως ήταν ένας μοναχός από την Αθήνα. Τον υποδέχθηκαν όμως όπως πάντα με εγκαρδιότητα, με Αβραμιαία, όπως είπαμε, καλοσύνη και, αφού τον εκέρασαν νωπά σύκα, φουντούκια με αγριόμελο, ευχαριστήθηκαν που θα έμενε μερικές μέρες κοντά τους να παρακολουθήσει τις ιερές ακολουθίες.
Αλλά τα λίγα λόγια του, περίεργο, είχαν ουσία, τόξευαν ακτίνες "Θείου Φωτός!" . Όπου καθώς σε μιά στιγμή ύστερα από τις πρώτες περοποιήσεις σιγοπερπατούσαν με έναν από τους αδελφούς Δανιηλαίους, τον πέμπτο της συντροφιάς, κατευθυνόμενοι προς το φοβερό βράχο του Καρουλίου, συναπαντούν έναν άγνωστο "περίεργο" ερημίτη, μελαμψό, με καταμπαλωμένο κίτρινο ράσο, λιπόσαρκο, με δύο μεγάλα μάτια που σε καθήλωναν...
-Ευλογείτε...ψιθύρισε ο Νεκτάριος. Κι απόμεινε εκστατικός.
-Ο Κύριος, αποκρίθηκε αυτός. Και μονομιάς έκανε παρατήρηση στον αδελφό Δανιήλ.
-Πώς προπορεύεσθε, αδελφέ, από τον Πενταπόλεως, τον πρό πολλού ενταχθέντα μεταξύ των αγίων ιεραρχών; Σα να τους κόπηκε η αναπνοή. Ο Δανιήλ απόμεινε να κυττάζει χαύνος. Εκείνος εκύτταζε τα μάτια του ερημίτη και σώπαινε. Η καρδιά του γοργοκτυπούσε. Είχε λοιπόν δίπλα του μίαν άγνωστη αγωνιστική ψυχή, ευλογημένη με το ποορατικό χάρισμα; Άθελά του δάκρυσε.
-Υπερευλογημένο το όνομα του Κυρίου μας, αδελφέ, ψιθύρισαν τα χείλη του. Μην αναφέρετέ τι δια τον ταπεινόν δούλον του. Παρακαλώ...παρακαλώ, δεχθείτε...τον
ασπασμόν μου. Κι επλησίασε κι έσκυψε να φιλήσει το ροζιασμένο χέρι του ερημίτη.
Εκείνος τραβήχθηκε με φόβο. Και σκύβοντας με τη σειρά του να φιλήσει το χέρι του επισκέπτη βρέθηκαν οι δύο πρόσωπο με πρόσωπο. Αντάλλαξαν εγκάρδιο ασπασμό.
-Χθες οι δαίμονες φρύαξαν... ψιθύρισαν τα χείλη του ασκητή. Μεταβλήθησαν σε σμήνος μεγάλων κωνώπων, με έπληττον και προσπαθούσαν να με αφήσουν χάμου αναίσθητον. Πλην όμως δεν ίσχυσαν εις το σημείον του Τιμίου Σταυρού. Εις δε την φράσιν "Αναστήτω ο θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί Αυτού" εξηφανίσθησαν.
-Διατί;
-Διότι θα μου εδίδετο η ευκαιρία να γνωρίσω έναν φοβερό διώκτην των. Τί νέα από τον κόσμο;
-Τι νέα...Πόλεμοι, ατασθαλίαι, ζυμώσεις και...
-Καταλαμβάνω, συμπλήρωσε ο ερημίτης. Κομπασμός, υπερηφάνεια, νοησιαρχία.
Ακολούθησε σιγή.
Στο μεταξύ ο αδελφός Δανιήλ παρατηρούσε με έκσταση τον απρόσμενο εκείνο επισκέπτη, που ήταν Επίσκοπος, και προσπαθούσε με λόγια συντριβής να επανορθώσει την παράλειψη προσφοράς του ανάλογου σεβασμού.
-Σας αντιλαμβάνομαι, Σεβασμιώτατε,έπιασε να λέει ο ασκητής. Νοσταλγείτε την μόνωσιν. Αλλ' εφόσον θεωρήσατε καθήκον να υπηρετήσετε αυτοπροσώπως τον λαόν, εφόσον
υπελογίσατε τους συνανθρώπους και τους αγαπήσατε εκ μέσης καρδίας...Θάρθει και η μόνωσις.
Τον κύτταξε πάλι στα μάτια και ξαναδάκρυσε.
-Τί φρονείτε δια τον εικοστόν αιώνα που έρχεται; σιγορώτησε.
Ο ερημίτης δεν αποκρίθηκε αμέσως. Σήκωσε το βλέμμα ψηλά, πήρε βαθειά αναπνοή και είπε:
-Τέλος τα βασίλεια. Πόλεμοι...ανησυχίαι, σφαγαί, καταστροφαί. Κυρίαρχος ο φόβος.
-Ο φόβος...επανάλαβαν τα χείλη του Δανιήλ.
Δεν είπαν άλλο τίποτα. Προχώρησαν και οι τρείς για το φοβερό βράχο..."

Επιβεβαίωση της ύπαρξης αοράτων ασκητών - μαρτυρία


ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ


από το περιοδικό «ΠΡΩΤΑΤΟΝ» (τευχ. 119, ΙΟΥΛ.-ΑΥΓ. 2010)

Σχετικώς με το γεγονός που ζήσαμε στο Κελλί του Προφήτου Δανιήλ, παρα-
θέτουμε παρακάτω την καταγραφή αυτού του γεγονότος, πιστεύοντας πως
αξίζει να γνωστοποιηθεί και σε άλλους.
‘Εξ αρχής θέλουμε να διευκρινίσουμε ότι έχουμε την βεβαιότητα ότι δεν λέμε
κάτι πρωτάκουστο η ότι τα παρακάτω αποτελούν μία αξεπέραστη πνευματική εμπειρία στο «Περιβόλι της Παναγίας». Αντιθέτως, γνωρίζουμε ότι είναι μία μαρτυρία από τις πολλές, η οποία αν ίσως και δεν έχει την ισχύ να επιβεβαιώσει ακράδαντα την παράδοση για τους ερημίτες και αόρατους ασκητές του Αγίου Όρους, είναι όμως μία επιπλέον επανάληψη αυτής της παραδόσεως, και το βασικότερο, ότι εξ άπαντος αποτελεί μία βέβαιη μαρτυρία της ζωής των Αγιορειτών πατέρων, που συνεχίζει την ασκητική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Προ δύο ετών περίπου, η Ιερά Μονή Οσίου Ξενοφώντος μας «παραχώρησε»
το αρχαίο και εγκαταλελειμμένο Κελλί της – του Αγίου Προφήτου Δανιήλ και των τριών Παίδων. Αυτό το Κελλί βρίσκεται σε μία ερημική τοποθεσία πάνω στο βουνό, ανατολικά της Μονής Ξενοφώντος και βόρεια της Σκήτης Ξενοφώντος. Δεν γειτνιάζει με κανένα άλλο Κελλί, παρά μόνο με ένα ερειπωμένο, επ’ ονόματι της Αγίας Τριάδος, ούτε καν φαίνεται άλλο Κελλί η Σκήτη η οτιδήποτε άλλο οίκημα, στο οποίο να μαρτυρείται η να δικαιολογείται ανθρώπινη παρουσία. Το μόνο, που είναι ορατό, είναι το βόρειο άκρο και οι τρούλοι της Μονής Ξενοφώντος, που είναι κτισμένη στις εκβολές ενός χειμάρρου, ο οποίος βρίσκεται σε μακρινή απόσταση από το Κελλί. Όποιος βρίσκεται στην αυλή η τον εξώστη -απλωταριά του Προφήτη Δανιήλ έχει μία πανοραμική θέα όλου σχεδόν του φαραγγιού, από τα ανατολικά, που είναι τα Δοχειαρίτικα σύνορα, μέχρι τα δυτικά – την θάλασσα. Η ηρεμία δε και η ησυχία που έχει το Κελλί είναι χαρακτηριστική, και μόνο κατά την άνοιξη και το καλοκαίρι διακόπτεται από τις ασταμάτητες λαλιές των αηδονιών και των άλλων ωδικών πτηνών.
Εκεί βρεθήκαμε, για μία ακόμη φορά, και εμείς, οι φιλοξενούμενοι της Μονής Ξενοφώντος και ένοικοι του Ιερού αυτού Κελλίου. Η παραμονή μας διήρκησε λίγες ημέρες, αλλά είχε μεγάλη ευλογία, μία εμπειρία που δεν υπολογίζαμε να αξιωθούμε ποτέ. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Στις 21 Απριλίου 2010 (παλ. ημ.), προπαραμονές της πανηγύρεως της Μονής
Ξενοφώντος, που τιμάται επ’ ονόματι του Αγίου ΜεγαλομάρτυροςΓεωργίου, βρεθήκαμε στο Κελλί του Προφήτη Δανιήλ. Είχαμε φθάσει κατά το μεσημέρι, και μετά από σύντομη ανάπαυση και τακτοποίηση των πραγμάτων μας, ο Γέροντας πρότεινε να πάμε ένα μικρό περίπατο. Κατηφορίσαμε και κατόπιν ακολουθήσαμε τον αδιέξοδο δρόμο που αρχίζει στην πρώτη στροφή και ο οποίος οδηγεί προς τα Δοχειαρίτικα.
Δεν απομακρυνθήκαμε πολύ, διότι ήδη είχε σουρουπώσει αρκετά. Σε ένα σημείο της διαδρομής μας, ένας από την ομάδα μας, θέλοντας να συμπεράνει το βάθος του φαραγγιού που βρισκόταν μπροστά μας έριξε τρεις πέτρες, αρκετά μεγάλες, προς το φαράγγι. Οι δύο λαϊκοί που βρίσκονταν στην παρέα, άδραξαν την ευκαιρία για να αστειευτούν με την επιπόλαιη αυτή πράξη λέγοντας πως ίσως κάποιος ερημίτης ασκητής να ήταν δέκτης αυτού του πετροβολητού. Ο Γέροντας, αποσιωπώντας την κωμική πλευρά τoύ θέματος, αναφέρθηκε στην ύπαρξη των ερημιτών και των αοράτων ασκητών, στις αναφορές γύρω από διάφορα σχετικά συμβάντα, και άφησε τον καθένα ελεύθερο να αποδεχθεί η όχι αυτή την παλιά αγιορείτικη παράδοση για τους γυμνούς και αόρατους ασκητές που ζουν στις ερημιές του Αγίου Όρους.
Όταν επιστρέψαμε στο Κελλί, είχε ήδη σκοτεινιάσει. Προσπαθήσαμε να βα-
λουμε μπρος την πετρελαιογεννήτρια, αλλά παρά τις επίμονες προσπάθειές μας επί μισή ώρα περίπου, το μηχάνημα δεν λειτούργησε, και έτσι μείναμε «αναγκαστικά» με τα κεριά και την λάμπα πετρελαίου (εκ των υστέρων σκεφτήκαμε ότι δεν ήταν ένα γεγονός τυχαίο).
Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά, τα αστέρια ήταν ευδιάκριτα, παρά την ελαφριά συννεφιά που είχε ο ουρανός, και τα αηδόνια είχαν παραιτηθεί πλέον από το ολοήμερο κελάηδημά τους. Η σιωπή σε όλη την περιοχή ήταν πιο αισθητή τώρα, μετά την πρόσφατη παύση, παρά τα μεσάνυχτα. Ο Γέροντας είχε αποσυρθεί στο κελλί του, και τα άλλα τρία πρόσωπα κάθισαν μπροστά στην εξώπορτα του Κελλιού και μιλούσαν. Καθώς μιλούσαν, ένας από αυτούς διέκρινε και μία άλλη – δεύτερη φωνή, μακρινή και ακαθόριστη, και μη θέλοντας να διακόψει τον συνομιλητή του αρχικά δεν αντέδρασε. Εφ᾽ όσον όμως αυτή η φωνή συνεχιζόταν ήδη για πέμπτο λεπτό, παίρνοντας θάρρος διέκοψε αυτόν που μιλούσε ρωτώντας τον έναν: «ακούς κάτι;». Αφού συγκέντρωσαν και οι δύο την προσοχή τους, άκουσαν μια φωνή που προερχόταν από το βάθος του χειμάρρου. Ήταν μία ανδρική ενθουσιώδης φωνή, που φώναζε εκστατικά σχεδόν, μέσα στήνσιγαλιά της νύκτας και κάτω από το πανόραμα του ουρανίου στερεώματος:
«Δόξα σοι ο Θεός», «Κύριε σώσον τον κόσμο σου».
Τα επανελάμβανε συνεχώς και μεγαλόφωνα, καθώς και άλλα λόγια, τα οποία εξ αιτίας της αποστάσεως και του αντίλαλου ήταν ακαθόριστα.
Αλλά από το ύφος της φωνής ήταν κάτι σαν ευχαριστία και δοξολογία στον Θεό καθώς και ικεσία για το έλεός Του. Το άκουσε κατόπιν και ο άλλος λαϊκός, που ήταν στην παρέα. Και οι τρεις ακούγαμε ένα άνθρωπο, που βρισκόταν μέσα στο «πουθενά», να ευχαριστεί και να δοξολογεί τον Θεό. Γρήγορα ειδοποιήθηκε και ο Γέροντας, ο οποίος άκουσε αυτόν τον άγνωστο να δοξολογεί ακατάπαυστα, καθαρότατα τον Θεό. Στην συνέχεια και για ένα μικρό διάστημα ο άγνωστος έπαυσε την μεγαλόφωνη προσευχή του.
Όλοι αποσυρθήκαμε στα κελλιά μας. Ο καθένας κράτησε την δική του στάση απέναντι σε αυτή την αναπάντεχη εμπειρία, και κατάκοποι καθώς ήμασταν, γρήγορα αποκοιμηθήκαμε όλοι. Όλοι εκτός από τον Γέροντα, ο οποίος κάθισε στην απλωταριά αναμένοντας να ακροαστεί μία ακόμα φορά τον άγνωστο προσευχητή. Και όντως μετά από ένα διάστημα περίπου μισής ώρας τον άκουσε πάλι. Αυτή την φορά έψαλε μεγαλόφωνα αναστάσιμους ύμνους. Και αυτό που μπόρεσε ο Γέροντας να διακρίνει ήταν το τροπάριο της πρώτης ωδής του κανόνα του Πάσχα «Καθαρθώμεν τας αισθήσεις…», καθώς και άλλες προσευχές, όπως «Κύριε σώσε τον κόσμο σου», και άλλα.
Την άλλη ημέρα όλοι κοιτάξαμε προς την πλευρά, απ’ όπου ερχόταν η χθεσινοβραδυνή φωνή, προσπαθώντας να καταλάβουμε το ακριβές σημείο που βρισκόταν αυτός ο άνθρωπος η κάποιο σημάδι της παρουσίας του. Γρήγορα όμως καταλάβαμε ότι κοπιάζουμε μάταια και παραιτηθήκαμε από την προσπάθειά μας. Έμεινε όμως μέσα στην ψυχή μας η περιέργεια να μάθουμε αν τυχόν υπάρχει κάποιο Κελλί στην περιοχή αυτή, που να είναι αδιόρατο από την πλευρά του δικού μας Κελλίου.
Κατεβήκαμε στην Μονή για την έναρξη της Αγρυπνίας προς τιμήν του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου και ο Γέροντάς μας συνάντησε τον π. Σεραφείμ, ο οποίος έχει γνώση του χώρου και πολύ αγάπη για τον Προφήτη Δανιήλ και είναι αλήθεια ότι χωρίς τον π. Σεραφείμ δεν θα γίνονταν και πολλά πράγματα. Τον ρώτησε σχετικά, αν υπάρχει εκεί κοντά κάποιο Κελλί και του ανέφερε το γεγονός. Μας διαβεβαίωσε πως όχι μόνο Κελλί δεν υπάρχει αλλά και η απλή παρουσία οποιουδήποτε ανθρώπου είναι αν όχι αδύνατη, τουλάχιστον αδικαιολόγητη εξ αιτίας της πυκνής βλάστησης και του απροσπέλαστου της περιοχής.
Μετά από όλα αυτά ο καθένας κράτησε μέσα στην ψυχή του την ανάμνηση
αυτού του γεγονότος, ενός ανθρώπου μέσα στην απόλυτη ερημιά, ανυποψίαστου για την δική μας παρουσία, που φώναζε ενθουσιασμένος και ευχαριστούσε τον Θεό. Και από τους αόρατους ασκητές να μην ήταν, μόνο και μόνο αυτή η εγκάρδια προσευχή του την νύκτα στην μέση του δάσους, μας έδωσε το μήνυμα που ο Θεός επέτρεψε.
Συμπληρωματικά να προσθέσουμε ότι η γεννήτρια, αν λειτουργούσε το βράδυ, θα ήταν σίγουρα ανασταλτική αιτία για την αυθόρμητη και εξωστρεφή εκδήλωση του αγνώστου, διότι εξ αιτίας του θορύβου και των φώτων θα γινόταν η παρουσία μας πέρα για πέρα αισθητή. Και αυτή η γνώμη γίνεται πιο ισχυρή, αν λάβουμε υπ᾽ όψη μας το παράδοξο, ότι την άλλη ημέρα το πρωί πήρε αμέσως μπροστά.
Αυτή είναι η ιδιαίτερη «εμπειρία μας» κατά την τελευταία επίσκεψή μας στο Άγιον Όρος. Σας την παραθέτουμε, όπως ακριβώς τη ζήσαμε (…)

Ιεροδιάκονος Σιλουανός
Λευκάδα, 14.05.10

Μάθε νά προσεύχεσαι




Ἄν ἡ ἀπελπισία μας πηγάζει ἀπό πολύ βαθιά μέσα μας, ἄν αὐτό πού ζητᾶμε, αὐτό γιά τό ὁποῖο κραυγάζουμε, εἶναι τόσο οὐσιαστικό ὥστε νά καλύπτει ὅλες τίς ἀνάγκες τῆς ζωῆς μας, τότε βρίσκουμε κατάλληλα λόγια νά προσευχηθοῦμε καί μποροῦμε νά φτάσουμε στήν κορυφαία στιγμή τῆς προσευχῆς μας, τή συνάντηση μέ τό Θεό.

Θά ἤθελα νά πῶ κάτι γιά τήν «κραυγή» τῆς προσευχῆς. Φώναζε δυνατά ὁ τυφλός Βαρτίμαιος. Τί λέει ὅμως
τό Εὐαγγέλιο γιά τούς ἀνθρώπους γύρω του; Προσπαθοῦσαν, λέει, νά τόν κάνουν νά σιωπήσει. Μποροῦμε νά φανταστοῦμε ὅλους ἐκείνους τούς εὐσεβεῖς ἀνθρώπους μέ τήν καλή ὅραση, τά γερά πόδια, τήν καλή ὑγεία πού περικύκλωναν τό Χριστό καί μιλοῦσαν γιά ὑψηλά θέματα, γιά τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ πού ἔρχεται, γιά τά μυστήρια τῶν Γραφῶν, νά γυρίζουν πρός τό Βαρτίμαιο καί νά τοῦ λένε: «ἐπί τέλους, δέν μπορεῖς νά ἡσυχάσεις; Τά μάτια σου, τά μάτια σου, καί τί σημασία ἔχουν αὐτά ἐνῶ μιλοῦμε γιά τό Θεό;»

Ὁ Βαρτίμαιος φαινόταν σάν κάτι ξένο πού ξαφνικά ἔμπαινε στή μέση καί, ἀδιαφορῶντας τελείως γιά τά συμβαίνοντα, ζητοῦσε ἀπό τό Θεό κάτι πού ἀπελπιστικά τό εἶχε ἀνάγκη. Καί ὅλα αὐτά τά ἔκανε παρά τό γεγονός ὅτι μέ τίς φωνές του κατέστρεψε τήν ἁρμονία τῶν ἐθιμοτυπικῶν συζητήσεων γύρω του. Οἱ ἐνοχλημένοι θά μποροῦσαν νά τόν ἀπομακρύνουν καί νά τόν κάνουν νά σιωπήσει. Τό Εὐαγγέλιο ὅμως λέει πώς, ἐνῶ ὅλοι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νά τόν ἡσυχάσουν, αὐτός ἐπέμενε, γιατί αὐτό πού ζητοῦσε εἶχε πολύ μεγάλη σημασία γιά τόν ἴδιο. Ὅσο περισσότερο προσπαθοῦσαν νά τοῦ κλείσουν τό στόμα, τόσο πιό πολύ ἐκεῖνος φώναζε.

Ἐδῶ βρίσκεται τό μήνυμά μου. Ὑπάρχει στήν Ἑλλάδα ἕνας ἅγιος, ὀνομάζεται Μάξιμος. Ἦταν νέος ὅταν μία μέρα πῆγε στήν Ἐκκλησία καί ἄκουσε τό ἀνάγνωσμα τοῦ Ἀποστόλου πού λέει ὅτι πρέπει νά προσευχόμαστε «ἀδιαλείπτως». Αὐτό ἔκανε τόση ἐντύπωση στό Μάξιμο ὥστε σκέφτηκε πώς δέν θά μποροῦσε νά κάνει τίποτα ἄλλο παρά νά προσπαθήσει νά τηρήσει αὐτή τήν ἐντολή.

Ὅταν βγῆκε ἀπό τό ναό σκέφτηκε νά πάει στό κοντινότερο βουνό καί ἐκεῖ ἥσυχος νά ἀρχίσει νά προσεύχεται ὅπως ἄκουσε στό Εὐαγγέλιο. Σάν Ἕλληνας χωρικός τοῦ τετάρτου αἰώνα, ἤξερε τό «Πάτερ ἠμῶν» καί μερικές ἄλλες προσευχές. Ἔτσι, ὅπως μᾶς λέει ὁ ἴδιος, ἄρχισε νά τίς λέει τή μία ὕστερα ἀπό τήν ἄλλη, καί πάλι ἀπό τήν ἀρχή, ἀσταμάτητα. Αἰσθάνθηκε, πραγματικά, πολύ ὄμορφα. Προσευχόταν, ἦταν συντροφιά μέ τό Θεό, ἦταν χαρούμενος. Τό καθετί τοῦ φαινόταν τόσο τέλειο! Μόνο πού σιγά- σιγά ὁ ἥλιος ἄρχισε νά πέφτει, ἄρχισε νά κάνει κρύο καί νά σκοτεινιάζει.

Ἡ νύχτα εἶχε πέσει γιά τά καλά ὅταν ἄρχισε ν’ ἀκούει γύρω του θορύβους, πολλούς καί παράξενους θορύβους. Ἄκουγε τό σπάσιμο τῶν κλαδιῶν κάτω ἀπό τά πόδια τῶν ζώων, ἔβλεπε τά λαμπερά μάτια τῶν ἄγριων θηρίων, ἄκουγε τίς κραυγές τῶν μικρῶν ζώων πού τά ἔτρωγαν τά μεγαλύτερα. Ἄκουγε ὅλων τῶν εἰδῶν τούς γνωστούς νυχτερινούς θορύβους τοῦ δάσους.

Τότε αἰσθάνθηκε πώς ἦταν μόνος. Πραγματικά μόνος, ἕνα μικρό ἀπροστάτευτο πλάσμα μέσα στόν κόσμο τοῦ κινδύνου, τοῦ θανάτου, τοῦ σπαραγμοῦ. Ἔνιωσε ὅτι δέν εἶχε καμιά ἄλλη βοήθεια ἄν ὁ Θεός δέν τοῦ ἔδινε τή δική Του. Δέν συνέχισε πιά νά λέει τό «Πάτερ ἠμῶν» καί τό «Πιστεύω». Ἔκανε ὅ,τι ἔκανε καί ὁ Βαρτίμαιος. Ἄρχισε νά φωνάζει δυνατά: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Τό φώναζε αὐτό ὅλη τή νύχτα γιατί τά ζωντανά τοῦ δάσους καί τά λαμπερά τους μάτια δέν τοῦ ἔδιναν εὐκαιρία γιά ὕπνο.

Τέλος ξημέρωσε. Σκέφτηκε, λοιπόν, ἀφοῦ ὅλα τά ζῶα ἔχουν φύγει πιά καί πῆγαν νά κοιμηθοῦν «τώρα μπορῶ καί ἐγώ νά προσευχηθῶ». Ἀλλά τότε ἔνιωσε ὅτι πεινοῦσε. Σκέφτηκε ὅτι θά μποροῦσε νά μαζέψει μερικά βατόμουρα, γιά νά φάει. Πλησίασε ἕνα θάμνο, ἀλλά ξαφνικά τοῦ ἦρθε ἡ σκέψη ὅτι ὅλα τά ἀστραφτερά μάτια καί ἄγρια νύχια θά πρέπει νά εἶναι κρυμμένα κάπου ἐκεῖ στούς θάμνους.

Ἔτσι ἄρχισε νά προχωρεῖ πολύ προσεκτικά καί σέ κάθε του βῆμα ἔλεγε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, σῶσε με, βοήθησέ με, βοήθησέ με, σῶσε με. Ὦ Θεέ μου, βοήθησέ με, προστάτεψέ με». Γιά κάθε βατόμουρο πού μάζεψε, σίγουρα, εἶχε προσευχηθεῖ πολλές φορές.

Πέρασε ὁ καιρός καί ὕστερα ἀπό πολλά χρόνια συνάντησε ἕνα γέροντα καί ἔμπειρο ἀσκητή, ὁ ὁποῖος τόν ρώτησε πῶς εἶχε μάθει νά προσεύχεται ἀδιάλειπτα. Ὁ Μάξιμος εἶπε: «Νομίζω πώς ὁ διάβολος μέ δίδαξε νά προσεύχομαι ἀδιάλειπτα». Ὁ γέροντας ἀπάντησε: «Καταλαβαίνω τί θέλεις νά πεῖς. Ἀλλά θά ἤθελα νά εἶμαι βέβαιος ὅτι σέ καταλαβαίνω σωστά». Ὁ Μάξιμος τότε τοῦ ἐξήγησε πῶς εἶχε σιγά- σιγά συνηθίσει ὅλους τοὺς θορύβους καί τούς κινδύνους τῆς μέρας καί τῆς νύχτας. Ὕστερα ὅμως τοῦ ἦρθαν πειρασμοί σαρκικοί, πειρασμοί τοῦ νοῦ, τῶν αἰσθημάτων καί ἀργότερα πιό ἰσχυρές ἐπιθέσεις τοῦ διαβόλου. Ὕστερα ἀπ’ ὅλα αὐτά δέν ὑπῆρχε στιγμή τῆς μέρας καί τῆς νύχτας πού νά μήν κραυγάζει στό Θεό: «Ἐλέησον, ἐλέησον, βοήθησε, βοήθησε, βοήθησε».

Μιὰ μέρα, ὕστερα ἀπό δεκατέσσερα χρόνια ἀδιάλειπτης προσευχῆς ὁ Κύριος τοῦ ἀποκαλύφτηκε. Ἀπό τή στιγμή ἐκείνη ἡσυχία, εἰρήνη καί γαλήνη τόν πλημμύρισαν. Δέν ὑπῆρχε πιά φόβος – φόβος ἀπό τό σκοτάδι, ἀπό τούς θάμνους, οὔτε ἀπό τό διάβολο- ὁ Κύριος εἶχε ἐπικρατήσει. «Τότε», εἶπε ὁ Μάξιμος, «ἔμαθα ὅτι ἄν δέν ἔλθει ὁ Κύριος, εἶμαι ἀπελπιστικά ἀβοήθητος. Ἔτσι, καί ὅταν ἀκόμα ἤμουνα γαλήνιος, εἰρηνικός καί εὐτυχισμένος, συνέχισα νά προσεύχομαι λέγοντας: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με, γιατί μόνο στό θεῖο ἔλεος ὑπάρχει ἡ εἰρήνη τῆς καρδιᾶς καί τοῦ νοῦ, ἡ γαλήνη τοῦ σώματος καί ἡ δύναμη τῆς θέλησης».

Ἔτσι δέν μποροῦμε νά ποῦμε πώς ὁ Μάξιμος ἔμαθε νά προσεύχεται παρά τήν ταραχή πού τόν κατεῖχε, ἀλλά ἀκριβῶς ἐξ αἰτίας τῆς ταραχῆς. Γιατί ἡ ταραχή του ἦταν ἕνας πραγματικός κίνδυνος. Ἄν μπορούσαμε νά ἀντιληφθοῦμε ὅτι καί μεῖς βρισκόμαστε σέ πολύ μεγάλη ταράχη, σέ κίνδυνο, ὅτι ὁ διάβολος παραφυλάει προσπαθῶντας νά μᾶς πιάσει καί νά μᾶς καταστρέψει, τότε θά προσευχόμαστε συνέχεια, ἀσταμάτητα.

ΠΗΓΗ: http://www.pentapostagma.gr/2011/08/blog-post_2298.html#ixzz1Vv4IW1sD

Φυλακισμένοι σε παράδεισο οι Έλληνες!!!




Δεν χρειάζεται να κατέχεις μάστερ στα οικονομικά για να καταλάβεις ότι τα σκληρά οικονομικά μέτρα που παίρνει συνεχώς η κυβέρνηση (κάτω από την προστατευτική ασπίδα της τρόικας) όπως η αύξηση της φορολογίας και του ΦΠΑ, είναι αναποτελεσματικά και φέρνουν 
αντίθετα αποτελέσματα, σε σχέση μ’ εκείνα που υποτίθεται προσδοκούν...
να επιτύχουν, αφού συμβάλουν στη δημιουργία όλο και μεγαλύτερης ύφεσης στην αγορά. Παράλληλα συντελούν στην ραγδαία αύξηση της ανεργίας, στο κλείσιμο ακόμα περισσότερων επιχειρήσεων, στην αδυναμία λειτουργίας της υγείας, της παιδείας, των κοινωνικών παροχών και πάει λέγοντας…
Είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνουν οι οικονομικοί φωστήρες, ότι όσο ανεβάζουν την άμεση ή έμμεση φορολόγηση σε καταναλωτικά αγαθά, για παράδειγμα την αύξηση του ΦΠΑ στα εστιατόρια, τόσο μειώνεται η κατανάλωση; Αποτέλεσμα αυτής της λογικής των μέτρων είναι να μειώνονται τα έσοδα, αντί να αυξάνονται.
Κι επειδή όταν κάποιος κλάδος αποτολμά να κάνει απεργία μέσα στο καλοκαίρι, όλοι οι «νεροκουβαλητές» του κατεστημένου μιλούν για την «εθνική βιομηχανία» τον Τουρισμό, «την οποία τορπιλίζουν τάχα μου τα διάφορα κλαδικά συμφέροντα που δεν θέλουν να χάσουν τα προνόμια τους», έχω να ρωτήσω αν η αύξηση του ΦΠΑ στα εστιατόρια για παράδειγμα, βοηθάει τον Τουρισμό;
Αυτές τις μέρες αποτόλμησα κι εγώ να πάω λίγες μέρες στη Χαλκιδική για διακοπές. Η εικόνα που αντίκρισα ήταν αποκαρδιωτική σε σχέση με άλλες φορές που είχα πάει στο ίδιο μέρος. Ψάχνεις τους Έλληνες με το κιάλι. Η Χαλκιδική θεωρητικά είναι ένας ακριβός τουριστικός προορισμός, ο οποίος πραγματικά έχει «βουλιάξει» από Βούλγαρους, Σέρβους και Ρουμάνους!!!!
Είναι δυνατόν οι συγκεκριμένοι λαοί, με κατά κεφαλήν εισόδημα, περίπου το ένα πέμπτο από το δικό μας, να μπορούν να κάνουν διακοπές εκεί που δεν μπορούμε εμείς; Μήπως έχω χάσει κάποιο επεισόδιο; Μήπως τελικά τα «λεφτά που υπήρχαν» και ακόμα τα ψάχνουν στις τσέπες μας, έχουν πάει στις γειτονικές Βαλκανικές χώρες; Μήπως τελικά οι Έλληνες τραπεζίτες έχουν «επενδύσει» τα χρήματα μας, (600 δις ευρώ υπολογίζονται), στον καταναλωτικό παράδεισο των Βούλγαρων, των Σέρβων και των Ρουμάνων; Μήπως οι καλοί μας γείτονες ζουν τον καταναλωτική φούσκα των τραπεζών, που ζήσαμε εμείς την προηγούμενη δεκαετία; Υποθέτω ότι τα «διακοποδάνεια» κάνουν θραύση στα Βαλκάνια…
Και για να συνδέσω τις δύο σκέψεις μου… Μήπως τα οικονομικά μέτρα που λαμβάνονται, δεν έχουν στόχο την επίλυση των οικονομικών προβλημάτων, αλλά είναι μέρος γεωπολιτικών επιδιώξεων; Μήπως τελικά η εξαθλίωση των Ελλήνων είναι μέρος ενός άρτια οργανωμένου σχεδίου που σκοπό έχει την εξίσωση τους με τους οικονομικούς και άλλους μετανάστες, την εξαφάνιση του ελληνικού επιχειρηματικού δαιμονίου και την μετάλλαξη του σε φθηνό εργατικό δυναμικό, ώστε να έρχονται σ’ αυτή την πανέμορφη χώρα οι διάφοροι πλούσιοι και ισχυροί του κόσμου, να κάνουν τις δουλειές τους και διακοπές παράλληλα (το τερπνόν μετά του ωφελίμου) κι εμείς απλά να είμαστε τα γκαρσόνια τους; Να είμαστε κάτι σαν φιλοξενούμενοι στο σπίτι μας και σαν φυλακισμένοι σε παράδεισο…

ΠΗΓΗ: http://www.pentapostagma.gr/2011/08/blog-post_2829.html#ixzz1Vv3W1aoi