Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011

ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΙΑ.....






 
Δεν είναι αληθινά, είναι μηχανικά φτιαγμένα από ένα καλλιτέχνη για ευαισθητοποίηση.


http://www.brandejs.ca/portfolio/Genpets/What
 
 
Τα genpets είναι η καινούργια ανακάλυψη της βιο-μηχανικής. Πρόκειται για ζωντανά ανθρωποειδή τα οποία θα πωλούνται στα ράφια των super market ίσως και των pet-shop. Είναι φτιαγμένα από ανάμιξη ανθρώπινου και ζωικού DNA.  Όταν δεν έχουν ανοιχτεί από τη συσκευασία βρίσκονται σε κατάσταση ύπνου, κάτι σαν την χειμερία νάρκη. Αναπνέουν όμως επειδή η συσκευασία έχει τρύπες να περνάει ο αέρας. Μόλις ο πελάτης ανοίξει την συσκευασία αρχίζει το κατοικίδιο ?? να ξυπνάει μετα από 20 λεπτά και ανοίγει τα μάτια του. Έχουν αίμα, οστά, μυς, μυαλό και οτιδήποτε άλλο έχουν τα θηλαστικά. Ζούνε με πρωτείνες. Επίσης έχουν προσωπικότητα και το χρώμα της συσκευασίας δείχνει τον τύπο τους. Αισθάνονται πόνο αλλά δεν έχουν αναπτυγμένες φωνητικές χορδές για να εκφραστούν. Αν τα κόψεις βγάζουν αίμα.
Description: cid:1.767697707@web28302.mail.ukl.yahoo.com
 
Υποτίθεται ότι η εταιρεία τα έχει βγάλει για να παίζουν τα παιδιά με κάτι ζωντανό αντί για κούκλες ή άψυχα ρομποτ. Το pet μόλις ανοιχτεί θεωρεί τον κάτοχο του κάτι σαν τη μάνα του. Δείχνουν συναισθήματα. Για να μην ξεφεύγουν σε επίπεδο συμπεριφοράς τους δίνουν ναρκωτικά. Συγκεκριμένα η εταιρεία γράφει:
 
How are the personalities controlled?
The Genpet feeding packs are color coded and specially formulated with a custom drug mixture that can be used to control the Genpet, much like human drugs can such as Ritalin or Lithium and other behaviour modifying drugs. Thus we can calm them, or stimulate them without extra tampering to the DNA structure.

Αν νομίζετε ότι κάνω πλάκα δεν έχετε παρά να δείτε το site της Εταιρείας http://www.genpets.com/index.php.
 
Ακόμα καλύτερα δείτε τις "συχνές ερωτήσεις" http://www.genpets.com/faq.php για να σας φύγουν οι αμφιβολίες ότι όλα αυτά είναι υπερβολικά αλλά και να διαβάσετε και άλλα τρελά όπως το ότι αν σε δαγκώσουν, πουλάνε ειδικό kit για να τους βγάζεις τα δόντια !!!.
 
Αναμένουν έγκριση και μετά πηγαίνουν για παγκόσμια παραγωγή.

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Η προσευχή ως θεραπευτικό μέσο για τον άνθρωπο



Γέροντος Πορφυρίου Αγιορείτου

Ο σατανάς, επεσήμαινε ο Γέροντας Πορφύριος, απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή. Πρέπει να τον περιφρονούμε. Οι λογισμοί αντιμετωπίζονται με την περιφρόνηση και με τη, όσο γίνεται ταχύτερα, στροφή στον Χριστό. Δίδασκε ο άριστος πνευματικός μαχητής: «Η επικοινωνία με τον Χριστό, όταν γίνεται απλά, απαλά, χωρίς πίεση, κάνει το διάβολο να φεύγει. Ο σατανάς δεν φεύγει με πίεση, με σφίξιμο. Απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή. Υποχωρεί, όταν δει την ψυχή να τον περιφρονεί και να
στρέφεται με αγάπη προς τον Χριστό. Την περιφρόνηση δεν μπορεί να την υποφέρει, διότι είναι υπερόπτης. Όταν, όμως, πιέζεσθε, το κακό πνεύμα σάς παίρνει είδηση και σάς πολεμάει. Μην ασχολείσθε με τον διάβολο, ούτε να παρακαλείτε να φύγει. Όσο παρακαλείτε να φύγει, τόσο σάς αγκαλιάζει.

Τον διάβολο να τον περιφρονείτε. Να μην τον πολεμάτε κατά μέτωπον. Όταν πολεμάς με πείσμα κατά του διαβόλου, επιτίθεται κι εκείνος σαν τίγρις, σαν αγριόγατα. Όταν του ρίχνεις σφαίρα, αυτός σου ρίχνει χειροβομβίδα. Όταν του ρίχνεις βόμβα, σου ρίχνει πύραυλο. Μην κοιτάζετε το κακό. Να κοιτάζετε την αγκαλιά του Θεού και να πέφτετε μές στην αγκαλιά Του και να προχωρείτε. Να Του δοθείτε, να Τον αγαπήσετε τον Χριστό, να ζείτε με εγρήγορση...

Όταν σάς ενοχλήσει κάτι, ένας λογισμός, ένας πειρασμός, μία επίθεση, περιφρονώντας όλ' αυτά, θα στρέφετε την προσοχή σας, το βλέμμα σας στον Χριστό. Εκείνος μετά θα αναλάβει να σάς ανεβάσει. Εκείνος θα σάς πιάσει απ' το χέρι και θα σάς δώσει πλούσια τη θεία Του χάρι... Το σκέπτεσθε κι έρχεται το Άγιον Πνεύμα. Δεν κάνετε τίποτα. Κινείσθε προς τα εκεί κι έρχεται αμέσως η θεία χάρις. Μόλις στενάξετε, έρχεται, ενεργεί. Τι λέει ο Απόστολος Παύλος: «...υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ. 8, 26)...Όταν δείτε το αντίθετο πνεύμα να έρχεται να σάς βουτήξει, εσείς δεν τρομοκρατείσθε, ούτε το κοιτάζετε, ούτε προσπαθείτε να το βγάλετε από μέσα σας. Τι κάνετε; Ο καλύτερος τρόπος είναι η περιφρόνηση. Δηλαδή ανοίγετε την αγκαλιά σας, ανοίγετε τα χέρια σας στον Χριστό, όπως το παιδάκι που βλέπει κάποιο θηρίο άγριο και δεν φοβάται, γιατί είναι δίπλα ο πατέρας του και πέφτει στην αγκαλιά του. Αυτόν τον τρόπο να χρησιμοποιείτε σε κάθε προσβολή του πονηρού και σε κάθε λογισμό, δηλαδή την περιφρόνηση.

Εκείνη τη στιγμή, που έχει ανάγκη η ψυχή σας και αγωνίζεσθε, να φωνάζετε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όλα να τα προλαμβάνετε με την προσευχή. Αυτό είναι μεγάλο μυστικό. Την ώρα του πειρασμού, εκεί που πάτε να τον περιφρονήσετε, ο πονηρός σάς βουτάει, σάς καθηλώνει και σάς σφίγγει και κάνει το δικό του κι όχι αυτό που θέλετε εσείς. Πρέπει να προλάβετε να κάνετε το άνοιγμα στον Θεό. Για να το πετύχετε όμως αυτό, πρέπει να σάς φωτίσει η θεία χάρις. Αν αυτό δεν γίνει αμέσως, τότε σάς αρπάζει ο πονηρός κι ενώ προσπαθείτε να τον διώξετε, σάς έχει ήδη συλλάβει...Την ώρα του πειρασμού, η ευκολία είναι να στραφείτε προς το αγαπώμενο πρόσωπο, να στραφείτε προς τον Θεό και προς κεί να κοιτάξετε ζωηρά και καλά κι επιθυμητά και θα σάς έλθει αμέσως η δύναμη, θα σάς έλθει το καλό. Δηλαδή, ενώ βλέπετε ότι έρχεται το κακό να σάς καταλάβει, εσείς μόλις το αντιληφθείτε από μακριά, το περιφρονείτε και τρέχετε στην αγκαλιά του Θεού. Αρκεί να προλάβετε να στραφείτε πρώτα εκεί. Οπότε, όταν θα πάτε στο καλό, δεν θυμάστε το κακό. Εδώ είναι το μυστικό, να περιφρονήσετε το κακό. Αλλά δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό, αν δεν στραφείτε στον Χριστό. Λέμε καμιά φορά: «Περιφρόνησέ το το κακό!». Έ, αυτό είναι εύκολο να το λέμε, αλλά δεν είναι εύκολο να το κάνομε. Αυτή η περιφρόνηση έχει μεγάλη τέχνη. Η περιφρόνηση του κακού πνεύματος γίνεται μόνο με την χάρι του Θεού. Γυρίζετε προς τον Χριστό, τρέχετε προσπαθείτε να γνωρίσετε τον Χριστό, ν' αγαπήσετε τον Χριστό, να αισθανθείτε τον Χριστό και σ' αυτή σας την προσπάθεια, όταν τα ελατήρια σας είναι αγνά και καθαρά και ειλικρινή, ανοίγει η χάρις την ψυχή σας και σάς λέει: «Έγειρε ο καθεύδων και ανάστα εκ των νεκρών και επιφαύσει σοι ο Χριστός» (Εφ. 5,14). Εκεί, μέσα στο θείο φως, θα ζούμε πάντοτε, εφόσον θ' αγαπάει και θα λαχταράει η ψυχή μας τον Θεό. Έτσι, με την χάρι του Χριστού, είναι όλα εύκολα κι όλα αληθινά τα λόγια του Χριστού, που είπε: «Ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστιν» (Ματθ. 11, 30)».

Δεν μπορεί, δίδασκε ο Γέροντας, ο άνθρωπος να αποφύγει τον παλαιό άνθρωπο χωρίς τη χάρι. Μόλις μας προσβάλλει πρέπει να προσευχόμαστε. Έλεγε: «Δεν μου αρέσει να συζητώ με τον παλαιό άνθρωπο. Δηλαδή με τραβάει από πίσω, απ' το ράσο, αλλ' αμέσως ανοίγω τα χέρια προς τον Χριστό κι έτσι τον περιφρονώ με τη θεία χάρι, δεν τον σκέπτομαι. Όπως το μωρό παιδί ανοίγει τα χέρια και πέφτει στην αγκαλιά της μάνας του, έτσι κάνω κι εγώ. Είναι μυστήριο, δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε τη λεπτότητα του θέματος. Όταν προσπαθείτε ν' αποφύγετε τον παλαιό άνθρωπο χωρίς τη χάρι, τον ζείτε. Με τη χάρι, όμως, δεν σάς απασχολεί πια. Υπάρχει στο βάθος. Όλα μένουν μέσα μας, και τα άσχημα· δεν χάνονται. Με την χάρι, όμως, μετουσιώνονται, μεταποιούνται, μεταστοιχειώνονται».

Οι άγγελοι δοξάζουν συνεχώς το Θεό· πρέπει να είναι το πρότυπό μας. Η δοξολογία πρέπει να είναι η προσευχή μας. Έλεγε ο αεί δοξάζων τον Θεόν Γέροντας: «Ο Θεός θέλει να ομοιωθούμε με τους αγγέλους. Οι άγγελοι μόνο δοξολογούν τον Θεό. Αυτή είναι η προσευχή τους, μόνο η δοξολογία. Είναι λεπτό πράγμα η δοξολογία· ξεφεύγει απ' τα ανθρώπινα. Εμείς είμαστε άνθρωποι πολύ υλικοί και χαμερπείς, γι' αυτό και προσευχόμαστε στον Θεό ιδιοτελώς. Τον παρακαλούμε να μας τακτοποιήσει τα θέματά μας, να πάνε καλά τα καταστήματά μας, οι υποθέσεις μας, η υγεία μας, τα παιδιά μας. Προσευχόμαστε, όμως ανθρώπινα και με ιδιοτέλεια. Η δοξολογία είναι ανιδιοτελής προσευχή. Οι άγγελοι δεν προσεύχονται, για να κερδίσουν κάτι, είναι ανιδιοτελείς. Ο Θεός έδωσε και σ' εμάς αυτή τη δυνατότητα, να είναι η προσευχή μας μία διαρκής δοξολογία, προσευχή αγγελική. Εδώ βρίσκεται το μεγάλο μυστικό. Όταν μπούμε σ' αυτή την προσευχή, θα δοξάζομε τον Θεό συνεχώς, αφήνοντάς τα όλα σ' Αυτόν, όπως εύχεται η Εκκλησία μας: «πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Αυτά είναι τα «ανώτερα μαθηματικά» της θρησκείας μας!».

Η τελειότερη προσευχή, έλεγε, είναι η σιωπηλή. Δίδασκε ο αδιαλείπτως ευχόμενος Γέροντας: «Ο τελειότερος τρόπος προσευχής είναι ο σιωπηλός. Η σιγή. «Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία» (Χερουβικόν Μεγάλου Σαββάτου). Αυτός ο τρόπος, της σιγής, είναι ο πιο τέλειος. Έτσι θεούσαι. Μπαίνεις στα μυστήρια του Θεού. Δεν πρέπει εμείς να μιλάμε πολύ. Ν' αφήνομε να μιλάει η χάρις. Έλεγα το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» και νέοι ορίζοντες άνοιγαν. Δάκρυα χαράς κι ευφροσύνης κυλούσαν απ' τα μάτια μου για την αγάπη και τη σταυρική θυσία του Χριστού. Λαχτάρα! Εδώ κρύβεται το μεγαλείο, ο Παράδεισος. Επειδή αγαπάεις τον Χριστό, λέεις τα λόγια αυτά, αυτές τις πέντε λέξεις λαχταριστά, με καρδιά. Και σιγά σιγά τα λόγια χάνονται. Είναι τόσο γεμάτη η καρδιά, που αρκεί να πεις μία λέξη, «Ιησού μου!», και τέλος καμία λέξη. Η αγάπη εκφράζεται καλύτερα χωρίς λόγια. Όταν μία ψυχή όντως ερωτευθεί τον Κύριο, προτιμά τη σιωπή και τη νοερά προσευχή. Η πλημμύρα της θείας αγάπης γεμίζει τη ψυχή από χαρά κι αγαλλίαση».

Μας δίδεται ό,τι επιθυμούμε, έλεγε πάλι, όταν δεν το ζητάμε· μας δίδεται όταν δεν το σκεφτόμαστε αλλά ζητάμε μόνο την Βασιλεία Του. Να πως τα διατυπώνει ακριβώς: «Να ζητάμε στην προσευχή μόνο τη σωτηρία της ψυχής μας. Δεν είπε ο Κύριος: «Ζητείτε δε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού...και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν»; (Ματθ. 6, 33· Λουκ. 12, 31). Εύκολα, ευκολότατα ο Χριστός μπορεί να μας δώσει ό,τι επιθυμούμε. Και κοιτάξτε το μυστικό. Το μυστικό είναι να μην το έχετε στο νου σας καθόλου να ζητήσετε το συγκεκριμένο πράγμα. Το μυστικό είναι να ζητάτε την ένωσή σας με τον Χριστό ανιδιοτελώς, χωρίς να λέτε, «δώσ' μου τούτο, εκείνο...». Είναι αρκετό να λέμε, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Δεν χρειάζεται ο Θεός ενημέρωση από μας για τις διάφορες ανάγκες μας. Εκείνος τα γνωρίζει όλα ασυγκρίτως καλύτερα από μας και μας παρέχει την αγάπη Του. Το θέμα είναι ν' ανταποκριθούμε σ' αυτή την αγάπη με την προσευχή και την τήρηση των εντολών Του. Να ζητάμε να γίνει το θέλημα του Θεού· αυτό είναι το πιο συμφέρον, το πιο ασφαλές για μας και για όσους προσευχόμαστε. Ο Χριστός θα μας τα δώσει όλα πλούσια. Όταν υπάρχει έστω και λίγος εγωισμός, δεν γίνεται τίποτα».


ΠΗΓΗ: http://www.pentapostagma.gr/2011/09/blog-post_4758.html#ixzz1YPsqYrWm

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Σε κοίταξα όταν ξύπνησες το πρωί. Περίμενα να μου πεις δύο-τρεις λέξεις, ευχαριστώντας με για όσα σου συνέβαιναν, ζητώντας την γνώμη μου για ότι πρόκειται να κάνεις σήμερα. Παρατήρησα ότι ήσουν πολύ απασχολημένος προσπαθώντας να βρεις τα κατάλληλα ρούχα για να πας στη δουλειά σου. Ήλπιζα να βρεις κάποιες στιγμές να μου πεις μια καλημέρα!
Αλλά ήσουν πολύ απασχολημένος. Για να δεις ότι είμαι κοντά σου, έφτιαξα για σένα τον πολύχρωμο ουρανό και το κελάηδημα των πουλιών. Κρίμα όμως που δεν παρατήρησες ούτε τότε την Παρουσία μου. Σε ατένιζα όταν έφευγες βιαστικός προς τη δουλειά σου και πάλι περίμενα. Υποθέτω ότι εξαιτίας της απασχόλησης σου, δεν είχες χρόνο ούτε τότε να μου πεις δύο λόγια. Όταν γυρνούσες από τη δουλειά είδα τη κούραση και το στρες σου και σου έστειλα ένα ψιλόβροχο για να σε απαλλάξει από την πίεση της ημέρας. Νόμιζα ότι κάνοντας σου αυτή τη χάρη θα με θυμηθείς.
Ως αντάλλαγμα όμως στενοχωρημένος, με έβρισες . Επιθυμούσα τόσο πολύ να μου μιλήσεις. Οπωσδήποτε η ημέρα ήταν ακόμα μεγάλη. Άνοιξες μετά την τηλεόραση, και όταν παρακολουθούσες την αγαπημένη σου εκπομπή, εγώ περίμενα. Έπειτα δείπνησες με τους δικούς σου και για άλλη μια φορά δεν με θυμήθηκες. Βλέποντας σε τόσο κουρασμένο κατάλαβα τη σιωπή σου και έσβησα τη λαμπρότητα του ουρανού για να μπορείς να ξεκουραστείς, αλλά δεν σε άφησα σε σκοτάδι πίσσα. Άφησα ξάγρυπνα για σένα πλήθος από αστέρια. Ήταν τόσο όμορφα, κρίμα που δεν παρατήρησες...αλλά δεν πειράζει! Μήπως πράγματι συνειδητοποίησες ότι Εγώ είμαι εδώ για σένα. Έχω περισσότερη υπομονή από ότι εσύ μπορείς ποτέ να φανταστείς. Θέλω να σου το δείξω αυτό, για να το δείξεις και εσύ με τη σειρά σου στους γύρω σου. Σ' αγαπώ τόσο πολύ ώστε θα σε ανέχομαι.

Τώρα από στιγμή σε στιγμή θα ξυπνήσεις πάλι. Δεν Μου μένει παρά να σ' αγαπώ και να ελπίζω ότι τουλάχιστον σήμερα θα Μου χαρίσεις λίγο χρόνο από το χρόνο σου.

ΣΤΟ ΚΑΛΥΒΑΚΙ ΤΟΥ π.ΠΑΙΣΙΟΥ(Μητρ.Νικολάου Χατζηνικολάου)


Πέμπτη 13 Αυγούστου, προπαραμονή της Παναγίας. Πάντα με το παλαιό ημερολόγιο. Ξύπνησα στις 6 το πρωΐ. Βαρεια μέρα σήμερα. Συννεφιά, ζέστη, υγρασία. Το πρωϊνό μας, πλούσιο: τοάϊ, καφές, ψωμί, μαρμελάδα, μέλι, γλυκό κερασάκι. Πολύ γεμάτο από πηγαία φιλόξενα αισθήματα. Oτι είχαν οι άνθρωποι, τα βγαλαν. Ο.τι είχαν στα ντουλάπια τους, ο,τι είχαν στις καρδιές τους. Μαζί με την
ευλογία παίρνουμε την ευγνώμονα άνάμνηση της άβραμιαίας φιλοξενίας του π. Χρυσοστόμου καί αναχωρούμε στίς 9:30 π,μ. Σνγκινήθηκα αλλά δεν αναπαύθηκα.Κάτι άλλο περίμενα.


Ό καιρός ελαφρώς ξεμπούκωσε.Αμυδρός ήλιος καί ατμοσφαιρική θολουρα. Στόχος μας ό π. Παΐσιος. Τα μάτια αχόρταγα ρουφούν. Το μυαλό άκατάπαυστα δουλεύει. Σήμερα θά δούμε αυτό που ως τώρα φανταζόμασταν. Θεέ μου! τί γλυκεία αίσθηση δεν μου δημιουργούσε αυτός ό πόθος του αυθεντικού ασκητισμού μέσα μου! Πέρασαν τρία τέταρτα πορείας. "Ηδη είμαστε αρκετά κοντά. Θέλω φοβερά να δω, αλλά δεν θελω καθόλου να μιμηθώ. Αυτό είναι μόνο για να το θαυμάσω- όχι για να το κάνω. Αρνούμαι να το δεχθώ, έστω καί ως υποψία ή απόμακρο ενδεχόμενο μέσα μου. Αυτό αποκλείεται. Εγώ θα γίνω επιστήμονας! Θέλω να κατακτήσω αυτήν τήν ζωή. Αυτήν πού βλέπω. Για την άλλη... «έχει ό Θεός»!


Σε λίγο, να 'σου καί φαντάζει το ταπείνό καλυβάκι του π. Παϊσίου. Απέχει περίπου δεκαπέντε λεπτά. Ή στέγη του από λαμαρίνα. Ένα κυπαρίσσι ακριβώς δίπλά του σε υποβάλλει. Είναι κάπως πιο χαμηλά από μας. Μπορεί όμως καί να 'ναι το ψηλότερο σημείο της γης!... Κατεβαίνουμε το μονοπάτι με τα πόδια καί τό ανεβαίνουμε με την ψυχή. Δεν μιλούμε μεταξύ μας. Σάν κάτι μυστηριακό να προσδοκούμε. Κι εδώ έχει απόλυτη ησυχία κι ας ακούγονται πουλάκια ή τζιτζίκια ή το θρόισμα των φύλλων. Αυτή ή ησυχία δεν είναι παράξενη ή ασυνήθιστη μόνο, αλλά αναδίδει μια βαθειά αίσθηση μυστηρίου. Δεν σε προκαλεί για απόλαυση, αλλά σου δημιουργεί κατάνυξη. Δεν ξεκουράζει, αλλά αφυπνίζει. Σιωπάς καί τα πάντα μέσα σου λειτουργούν τόσο έντονα όσο ποτέ. Αγωνιάς, αλλά εΐσαι πρωτόγνωρα ειρηνικός. Προσδοκάς... "Οχι, ή ησυχία εδώ δεν έχει καμμία σχέση με την ησυχία των Καρυών μετά την δύση του ηλίου, ούτε πολύ περισσότερο με την ησυχία της Δάφνης μετά την αναχώρηση του λεωφορείου. Οι άλλες ησυχίες σε κάνουν να μην ακούς τίποτε. Αυτή σου γεννά νέες ακοές, σου φέρνει μηνύματα καί μελωδίες πού είναι του άλλου κόσμου. Μέσα σ' αυτήν την ησυχία ακούς τους χτύπους της καρδιάς σου, κατανοείς τα βάθη σου- αντιλαμβάνεσαι τα βάθη Του, ακούς αυτά πού «ους ουκ ήκουσε»(Α' Κορ. β' 9), «άρρητα ρήματα» (Β' Κορ. ιβ' 4). Κάτι ακούγεται εδώ πού δεν ακούγεται πουθενά άλλου.




Να! Βρισκόμαστε κιόλας έξω από τηνπόρτα της καλύβης. Της καλύβης του Τιμίου Σταυρού. "Εξω από το άσκητήριο του π. Παϊσίου. "Έχω φόβο. Αυτό κυριαρχεί μέσα μου. Το καταλαβαίνω. Άλλα απροσδιόριστο φόβο. "Ανομολόγητο δέος καί ανέκφραστο θαυμασμό. Χτυπάμε διακριτικά, αν καί κάπως επίμονα, την πόρτα της αυλής. "Ενα σίδερο κάνει πολύ καλύτερη δουλειά από τα σύγχρονα ηλεκτρικά κουδούνια. Περνούν πέντε λεπτά. ' Απόκριση καμμία. Μπορεί καί να μη μας ανοίξει. Αυτό, λένε, είναι το πιο πιθανό. Συνήθως δεν διακόπτει την συνομιλία του με τον Θεό. Εμείς πάντως ελπίζουμε. Ψιθυρίζουμε μεταξύ μας. Δεν τολμούμε να μιλήσουμε πιο δυνατά άπ' όσο χρειάζεται για να ακουγόμαστε. Ούτε αποφασίζουμε να ξαναχτυπήσουμε. Χωρίς αμφιβολία το πρώτο χτύπημα ακούστηκε μέσα στην υποβάλλουσα ησυχία. Ή επανάληψη του θα την μόλυνε με τον εγωισμό καί την ανυπομονησία μας. Ό γέροντας σίγουρα προσεύχεται, αφού αδιαλείπτως αυτό κάνει. Το χτύπημα δεν είναι για να ακούσει αυτός• αυτός ακούει. Είναι για να ζητιανέψουμε έμεϊς. Να ζητήσουμε πριν εκείνος δώσει, όχι να λάβουμε χωρίς την ταπείνωση της αιτήσεως. Προκρίνουμε την αναμονή. Περιμένουμε άλλο ένα πεντάλεπτο.


Μόλις αποφασίζουμε να ξαναδοκι¬μάσουμε, να, κάτι ακούγεται, μια πόρτα πού ανοίγει. Καί κάποιος φαίνεται. Εΐναι αυτός πού κρύβεται καί μόλις τώρα φανερώνεται. «Δόξα σοι, ό Θεός», ακούν τ' αυτιά μου την φωνή του. «Δόξα σοι, ό Θεός», ακούει κι ή καρδιά μου την φωνή της. Μας άνοιξε, είπα ανακουφιστικά, αν καί με κάποιον φόβο, μέσα μου. "Ερχεται αργά καί σταθερά, σιωπηλός. Ανοίγει την πορτούλα.
Στόν χαιρετισμό μας «ευλογείτε», ή τρεμάμενη από την κατάνυξη καί ασθενική από την σπάνια χρήση φωνή του άπαντα:
Ό Κύριος. Περάστε.
Ρίχνω μια βαστική ματιά επάνω του. Ούτε άντεξα ούτε τόλμησα για δεύτερη. Ή καρδιά μου χτυπά γρήγορα. "Έχω περιέργεια να ανακαλύψω το μυστήριο της άγιωσύνης του. Και φόβο,να μην άποκαλύψει το μυστικό της άμαρτωλότητός μου. Αυτός κρύβεται από ταπείνωση,εγώ απο εγωισμό.


Μπαίνουμε στο απέριττο καλυβάκι, τον. Ολα μικρά. Οί πόρτες στενές καί χαμηλές.Τα ταβάνια επίσης χαμηλά. Άκομη καί οι γεωμετρικές διαστάσεις έχουν ταπείνωση εδώ. Προχωροϋμε στο έκκλησάκι του. Το τέμπλο απλό, σανιδένιο. Εικόνες ρώσικες αναγεννησιακές, από σκέτο χαρτί, στερεωμένες με πινέζες και καρφιά στο πλαίσιο πού δημιουργεί το σανίδι του τέμπλου, δίχως ξύλινη πλάτη. Με λίγη πίεση σχίζονται. Όλα στα όρια της φυσικής αντοχής καί άναγκαιόίτητος, Εμείς προσκυνούμε καί ό π. Παϊσιος συνοδεύει ισοκρατώντας:''Δόξα σοι ό Θεός'', «Κύριε έλέησον».


Μου έκανε εντύπωση ότι, ενώ σ' όλες σχεδόν τις εικόνες τα χέρια των αγίων ήταν λειωμένα, στην εικόνα του Κυρίου, τα πόδια Του ήταν σβησμένα. Κάποια άλλη φορά, έκλεψα την ευκαιρία καί του φανέρωσα την παρατήρηση μου. Μου είπε τότε:
Στό πρόσωπο φιλούμε με αγάπη, στα χέρια από σεβασμό, στα πόδια φιλούμε μόνο με συντριβή. Τον Θεό δεν Τον άσπαζόμεθα στο πρόσωπο, όταν υπάρχουν τα πόδια Του. Τους αγίους τολμούμε να τους φιλήσουμε στα χέρια. Τον Χριστό όμως μόνο στα πόδια αντέχουμε να Τον ασπασθούμε.
Καί έτρεχαν τα μάτια του...
"Εξω από το καλύβι ό τάφος του παπα-Τύχωνα, γέροντος του π. Παϊσίου, πού είχε κοιμηθεί προ τριετίας. Δύο-τρείς ρίζες δενδρολίβανο. ένα κλήμα κι ένα κυπαρίσσι από αυτά πού μόνο πού τα βλέπεις σου ανεβάζουν την ψυχή στον ουρανό.


Μπαίνουμε στο άρχονταρίκι του, στο καθιστικό του, δύο επί δυόμισυ περίπου μέτρα. Όχι μεγαλύτερο. Μια φυσική προεξοχή στην ρίζα του τοίχου, με μια καφέ στρατιωτική κουβέρτα έπάνω της.παίζει το ρόλο του καναπέ. Το κέρασμα του, νερό καί λουκούμι. Περιμένουμε κάτι να μας πει. Αυτός τίποτε, ήρεμα σκυμμένος, πλέκει ένα κομποσχοίνι χωρίς νό βγάλει λέξη για αρκετή ώρα. Κάποιος σπάει την σιωπή. Δεν θυμάμαι τί ακριβώς ρώτησε. Θυμάμαι μόνο το πώς ό γέροντας με την τρεμουλιαστή φωνή του περιέγραφε την αγάπη του Θεού πρώτα, καί πώς ή αίσθηση της γεννά καί την δική μας αγάπη σ'Αυτόν. Όλα τα παρουσίαζε τόσο γλυκά. Μιλούσε για τα γλυκίσματα του Θεοϋ, την λιακάδα της παρουσίας Του, την αρχοντιά των αγίων, την λεβε¬τιά των μαρτύρων καί το δικό μας φιλότιμο.
Μέσα σ' αυτήν την ατμόσφαιρα, μι ανάλογο τόνο, ρυθμό καί λεξιλόγιο, περιέγραφε το μεγαλείο της προσευχής ως αίσθησης της παρουσίας του Θεού καί κίνησης της δικής μας αγάπης προς Αυτόν. Εγώ μόνο άκουγα. Ρουφούσα με μάτια, αυτιά καί σκέψη ο,τι μπορούσα, κυρίως πέραν από όσα έλεγε ή έδειχνε. Το υφός του εννοούσε, ασφαλώς, περισσότερο από τον λόγο του. Αυτό έλεγε όσα αυτός
έκρυβε. Οί ερωτήσεις γίνονταν έτσι για τις ερωτήσεις. Εγώ δεν άνοιξα το στόμα μου, πήρα όμως την απόφαση να ξαναπάω με συγκεκριμένο ρεπερτόριο έρωτήσεων. Διψούσα για το πέραν του συμβατικού, του ηθικά σωστού, του μετρίου. Είχα βαρεθεί τους τσελεμεντέδες της πνευματικής ζωής. Εδώ ήταν εμφανές το αυθεντικό και μερακλίόικο. "Εφτιαχνε δικά του φαγητά, πού έγλειφες τα δάχτυλα σου. Δεν άκουγε μόνο τα «άρρητα ρήματα» της ησυχίας, αλλά μέσα στην αφάνεια του ό άνθρωπος αυτός φανέρωνε.


Εδώ άκούς τα άρρητα καί βλέπεις τα αθέατα. Κάθε άσκητήριο είναι σαν ένα βαθύ πηγάδι. Από κεΐ μέσα το εξηγούν οί Φυσικοί- μπορεί καταμεσήμερο να δείς καί τ'άστρα. Όπως τα τοιχώματα του πηγαδιού απορροφούν τίς ανακλώμενες επάνω τους ακτίνες του ηλίου, έτσι καί ό τόπος της ασκήσεως απορροφά κάθε ήχο, εικόνα ή μέριμνα, δίνοντας στον ασκητή την δυνατότητα να ακούει, να βλέπει καί να σκέπτεται καθαρά καί απερίσπαστα.
Πολύ ευγενικά καί χαριτωμένα, μας έδωσε να καταλάβουμε ότι έπρεπε να πηγαίνουμε. "Ηδη εμείς βιαζόμασταν. Βγήκαμε στην αυλή. Εκείνος επιστρέφει να μας φέρει ως ευλογία από ένα κομπο-σχοινάκι πού ό ίδιος έπλεξε. Δίπλα μας, στην κουφάλα ενός δένδρου, διακρίνω ένα γυάλινο βάζο με φουντούκια ωμά. Επάνω έγραφε «ευλογία». Τα πάντα εδώ προσφέρονται ως ευλογία. "Ερχεται μαζί
μας να μας δείξει ένα μονοπάτι για να συντομεύσουμε τον δρόμο μας. Τον άποχαιρετούμε. Παίρνουμε την ευχή του κα ξεκινούμε.
Σκέψεις πολλές ζάλιζαν τον νου μου. Μήπως πήγαμε φιλοπερίεργα καί όχι από δίψα; Μήπως τελικά έχασε τον χρόνο του μαζί μας; Από την δική μας ζωή εξαρτάται ή αξία του δικού του χρόνου. Γύρισα πίσω να κλέψω μια ματιά, να δω εστω την ράχη του. Εΐχε εξαφανισθεί. Βιαζόταν να επιστρέψει στην προσευχή του!
Στόν π. Πάίσιο πήγα καί το 1976 με έναν συμφοιτητή μου. Καί τότε θυμάμαι την χάρη καί την γλύκα των λόγων του.
Τί σπουδάζετε, παλληκάρια; μας ρώτησε.
Φυσική, του απαντούμε.
Καί οί δύο φυσικοί είστε; "Ε, τότε πρέπει να μάθετε καί την φυσική της μεταφυσικής. Ξέρετε για την πνευματική διάσπαση του ατόμου; Όταν γνωρίσουμε τον εαυτό μας, όταν δηλαδή φθάσουμε σε αυτογνωσία, τότε γίνεται ή διάσπαση του ατόμου μας. "Αν δεν ταπεινωθούμε ωστέ να διασπάσουμε το άτομο μας. δέν θά βγεί ή πνευματική ενέργεια πού χρειάζεται για να ξεπεράσουμε την βαρύτητα ης φύσεως μας. Μόνον έτσι, παλληκάρια, θά μπορέσουμε να διαγράψουμε πνευματική τροχιά.
Τι ωραίος αιφνιδιασμός! Μας μίλησε ιήν γλώσσα μας με την γλώσσα του.
"Η πνευματική ζωή είναι εύκολη, μας είπε. «Ό ζυγός μου χρηστός καί το φορτίον μου έλαφρόν εστί» (Ματθ. ια' 30), λέγει ό Κύριος.
Μα «στενή ή πύλη καί τεθλιμμένη η οδός» (Ματθ. ζ' 14), του αντιλέγει ο φίλος μου χαριτωμένα καί ευγενικά.
Τα ξίγγια, ευλογημένε, την κάνουν κενή. Πέταξε τα καί θα δεϊς πόσο εύκολα είναι τα πράγματα.
Ή αγάπη μας πρέπει να είναι ίδια πρός όλους. Μόνο τότε είναι αγάπη Θεού.Αν αγαπούμε κάποιους περισσότερο καί άλλους λιγότερο, πρέπει να ύποψιασθούμε εγωισμό.
Όσο ξεχνούμε τον εαυτό μας, τόσο αγνωρίζουμε στην ζωή μας τίς εύλογίες του Θεού. Καί τί δεν μας δίνει ό πανάγαθος Θεός! (Τί ζεστά καί γλυκά πού το είπε αυτό το «πανάγαθος»!) Ώρες ώρες νοιώθουμε τα κόκκαλα της υποστάσεως μας σαν κέρινα, να μην αντέχουν το βάρος των δωρεών Του. Κάτω από την αγάπη του Θεού τα πάντα λυγίζουν. Δίπλα της όλα λειώνουν.


Μας μίλησε καί για τα θαυμαστά της προσευχής καί της χάριτος του Θεου, πώς γνώρισε κάποιον μοναχό πού με απλότητα, βασιζόμενος στην αγιογραφική ρήση καί στον λόγο του Κυρίου ότι έχει δώσει στους δικούς Του την εξουσία «του πατεΐν επάνω οφεων καί σκορπιών» (Λουκ. ι' 19), αυτός έπιανε δηλητηριώδη φίδια με τα χέρια του καί τα πετούσε έξω από την μάνδρα δίχως κανέναν φόβο. Επίσης για κάποιον πού ή χάρις του Θεοϋ κατά τίς στιγμές της προσευχής του τον μετέφερε σε μάκρυνα μέρη, οπού έπιτελοϋσε θαυμαστά έργα καί φανέρωνε την δύναμη του Θεού, καί μετά τον επέστρεφε. Αυτός κάποτε, όταν ξύπνησε, βρήκε ένα λουλούδι πού μόνο στην Κασπία φύεται. Έκεί τον είχε πάει ό Θεός.Μ' όλα αυτά έσπαζε ό γέροντας το κέλυφος του ορθολογισμού μας. Δημιουργούσε υποψίες άλλου φρονήματος ζωής. Μια υποψία όμως δεν κατάφερε να γεννήσει μέσα του. Την υποψία της κλήσεως μου. Εγώ επίμονα αρνιόμουν να δω προς αυτήν την κατεύθυνση...


"Υστερα από δώδεκα χρόνια, το 1988, βρέθηκα στο "Ορος με σύμμαχο την κλήση μου αυτήν την φορά. Είχε ένα κατάξερο καλοκαίρι. Για μήνες δεν είχε πέσει ούτε μία σταγόνα βροχής. Οι πηγές, τα ρυάκια είχαν στερέψει- οι βρύσες είχαν στεγνώσει. Κανενός τα κηπευτικά δέν μπορούσαν να αναπτυχθούν. "Εβλεπες τίς ντοματιές καί καμμιά δέν ξεπερνούσε το ένα μέτρο ύψος. Σάν φυματικές κοπέλλες κρέμονταν από τα στηρίγματα τους δημιουργώντας ένα θέαμα αποκαρδιωτικό. Το ίδιο καί χειρότερα οι πιπεριές, οί κολοκυθιές καί οί αγγουριές.


Εξαίρεση ο κήπος του π. Παϊσίου. Αυτός δεν φιύτευε άπ' όλα τα λαχανικά. Μόνον αυτά πού δέν χρειάζονταν μαγείρεμα, μια πού το ασκητικό του πρόγραμμα δεν μπορούσε να συμπορευθεί με κάτι τέτοιο. "Εβαζε εννέα ρίζες ντοματιές και μια άγγουράκια. Οί άπότιστες ντοματιές του, την χρονιά εκείνη, ξεπερνούσαν τα δυο μέτρα- όσο τους έλειπε το νερό, τόσο κέρδιζαν σε ύψος. Οί δέ ντομάτες του ήταν σαν μικρά πεπόνια. "Έκθαμβος άντίκρυζα το θαύμα. Το ζών ΰδωρ της θεϊκής χάριτος αντικαθιστούσε την αναγκαιότητα του νεροϋ της φύσεως.
Με το ελάχιστο νεράκι καί την πολλή μας προσδοκία στον Θεό. Τον παρακαλούμε πνευματικά καί μεταμορφώνει την φύση. "Οσο ή λογική αύτού του κόσμου καί ή παχύτητα της έπιγειότητος συστέλλονται μέσα μας, τόσο ζωντανότερος καί άληθινότερος προκύπτει ό Θεός καί στην ατμόσφαιρα της ψυχής μας καί στο περιβάλλον της ζωής μας.
Αστειευόμενος μ' έβαζε ανάμεσα στα φυτά καί μου έλεγε:
- Κρίμα, καί νόμιζα πώς είσαι ψηλός. Εδώ σε ξεπερνούν καί οί ντοματιές μου. Καί πού να τις πότιζα κιόλας!
Από τις ντοματιές του π. Παϊσίου παρηγορήθηκε ολόκληρη ή περιοχή, όλα τα κελλιά. Δεν ξέρω τελικά αν τρεφόμασταν με ντομάτες, σίγουρα όμως γευόμασταν την ευλογία του Θεού.
Αυτός πού ήθελε τα λίγα, απολάμβανε τα πολλά. Μια τέτοια εμπειρία πώς κανείς να την ξεχάσει; Αυτά τα βιώματα αρδεύουν καί τις πιο χέρσες ψυχές των Αγιορειτών καί τις αναγκάζουν στους άνυδρους καιρούς μας να παράγουν με θαυμαστό τρόπο τους πιο χυμώδεις καί ευγευστούς καρπούς της εποχής μας. «Αυτών ή πίστις καί ζωή την οικουμένην στηρίζει».


Μου έλεγε συχνά ότι, όταν επισκέπτεται ό Θεός την καρδιά, ό άνθρωπος γίνεται τόσο λεπτός καί απαλός στην σχέση του με την φύση, πού δεν την ενοχλεί, οΰτε αμύνεται απέναντι της, δεν σπάει ένα λουλουδάκι, δεν πατάει μια τσουκνίδα, δεν σκοτώνει ένα μυρμήγκι, δεν διώχνει απότομα μια μύγα, αλλά σέβεται το σπασμένο κλαδάκι, το άκαρπο δένδρο, το ενοχλητικό ζωύφιο, το απειλητικό ζώο. Όταν συναντήσεις ένα θηρίο ή ένα φίδι, αν το αγαπάς έτσι, δεν θα σε πειράξει, σε αγαπά κι εκείνο. Γίνεσαι φίλος της κτίσης καί αυτή σου ανταποδίδει την αγάπη καί την εμπιστοσύνη. Την σέβεσαι στον στεναγμό καί στην αδυναμία της,την ποτίζεις με προσευχή καί αυτή σου άπαντα με θαυμαστούς καρπούς. Οί ντομάτες, ή συγκομιδή πού παίρνεις, δεν είναι συνέπεια μιας φυσικής νομοτέλειας, αλλά απόδειξη της ευλογίας του Θεου. "Ετσι μεταμορφώνεται το περιβάλλον σε ναό καί οί νόμοι άντικαθίστανται από το θαύμα καί την θεϊκή παρέμβαση. Αυτή εΐναι ή ασκητική οικολογία.




Ό π. Παΐσιος του 1988 καί οί ντοματιές του επαλήθευαν τα λόγια της γλυκόηχης διδασκαλίας του, του 1976 και επιβεβαίωναν τις βαθειές εντύπωσεις πού χάραξαν την υπόσταση μου κατά τι ευλογημένη εκείνη συνάντηση του 1971 Θυμάμαι, τότε, δεν είχα ανάγκη να τον βλέπω ούτε ακόμη καί να τον άκούω. Μου αρκούσε ή αίσθηση ότι βρέθηκα δίπλα σ' έναν υπερβατικό άνθρωπο, γνώρισα έναν ασκητή, αντάμωσα έναν άγιο.

(Από το βιβλίο:'''Άγιον "Ορος, το ύπέρτατο σημείο της γης''
Έκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2000)

Η τελευταία μέρα του Γέροντα Ιακώβου(+21-11-1991)


Ο μακαριστός γέροντας Ιάκωβος αγρύπνησε αποβραδίς με προσευχή. Μα ο εξουθενωμένος δε λησμόνησε και τους πονεμένους. Διάβασε τα τελευταία γράμματα και απάντησε περίπου σε δεκαπέντε. Παρηγόρησε, συμβούλεψε κατά περίπτω ση. 21 του Νοέμβρη. Ξημερώνοντας θα γιόρταζε τα Εισόδια της Θεοτόκου. Ετοιμαζόταν όλη τη νύχτα, θα κατέβαινε. Κανονικά δε θα ‘πρεπε, μα το ήθελε πολύ. Τόσο πολύ που τίποτα δεν μπορούσε να τον αποκλείσει από την τελευταία του θεία Κοινωνία. Με κόπο κατέβηκε, σκοτάδι ακόμα, στην Ακολουθία. Μερικοί μοναχοί πρόσεξαν μιαν άλλη διάθεση στο πρόσωπο του Γέροντα. Ιλαρότητα υπέρμετρη, αγάπη ξεχείλιζε ολόκληρος, το αγγελικό του χαμόγελο ατέλειωτο. Έγινε η Ακολουθία. Έψαλε γονατιστός τόσο άνετα και αναστάσιμα, λες και δεν ήταν άρρωστος.

Η θεία φωνή του γέμιζε το ναό, εξαίσια μελωδία, λες και ψέλνανε πολλοί άγγελοι μαζί.
Στις 10 η ώρα εξομολόγησε τον αγιορείτη διάκονο Γεννάδιο, στον οποίο ευχάριστα μα σταθερά είπε μεταξύ άλλων:
- Καλά που ήρθες, να είσαι που θα με αλλάξετε, μη φεύγεις.
Ο διάκος διαμαρτυρήθηκε με διάφορα λόγια για τα περί θανάτου του Γέροντα, μα εκείνος επέμενε.
Τελειώνοντας την εξομολόγηση έδειχνε κουρασμένος, αλλά διατηρούσε χαρμόσυνη διάθεση. Σηκώθηκε, πήρε από το χέρι το διάκο και βγήκανε από το εκκλησάκι. Προχώρησαν, κατεβήκανε τα σκαλιά και μπήκανε στο ναό. Έκανε την προσευχή του, ασπάστηκε όλες τις εικόνες, ευχαρίστησε και δοξολόγησε. Μα πλέον ζούσε άλλες καταστάσεις. Μέσα του κι έξω του αυγαζόταν από θείο φως - γι' αυτό η ευφροσύνη και ιλαρότητα του προσώπου του. Τη θαυμαστή κατάσταση τούτη αξιώθηκε να δει μόνο ένας μοναχός, ο Εφραίμ. Καθάριζε τα μανουάλια του ναού και είδε το μακαριστό Γέροντα να μπαίνει μεταμορφωμένος. Έλαμπε ολόκληρος και ακτινοβολούσε χαρά και αγαλλίαση. Στάθηκε ακίνητος και τον παρατηρούσε πλημμυρισμένος και ο ίδιος ο Εφραίμ από αγαλλίαση και έκπληξη.
Βγήκε από το ναό και με το διάκο φέρανε γύρω γύρω τη Μονή εσωτερικά. Έβλεπε όλους τους χώρους, όλους τους μοναχούς, τους ευλογούσε ειρηνικά και τους μετέδιδε αγαλλίαση, που διαχυνόταν άφθονη από το αγγελικό του πρόσωπο. Αφού τελείωσε ο γύρος αυτός, ήθελε να βγουν έξω από τη Μονή. Βγήκανε από τη νότια πόρτα. Προχώρησε σιγά σιγά δεξιά. Σταμάτησε στο εργαστήριο κι ευλόγησε με άπειρη αγάπη τους εκεί μοναχούς. Πάλι προς τα δεξιά, ενώ σταματούσε στα εκκλησάκια και σταυροκοπιότανε πολλές φορές. Ανέβηκε ακόμα ψηλότερα, βορειοδυτικά. Ζήτησε να τον βοηθήσει ο διάκος ν’ ανεβούνε ακόμα λίγο. Από κει το μοναστήρι φαινότανε όλο. Σαν από αεροπλάνο. Ήταν ωραίο, ανακαινισμένο, φροντισμένο...και το 'χε βρει ερείπιο, διαλυμένο, ξεχαρβαλωμένο και πολύ μικρότερο. Τώρα και ανακαινισμένο και γεμάτο με καλούς μοναχούς.
Το κοίταζε από κει ψηλά και δεν το χόρταινε. Το βλέμμα του είχε τόση αγάπη για το μοναστήρι.
- Έλα, παιδί μου. πάμε.
Γυρίσανε από την άλλη μεριά. Σχεδόν μεσημέρι.
Κατάκοπος, μετά το μεσημέρι, αποσύρθηκε για λίγο στο κελί του. Έφτασε όμως ο π. Αλέξιος, που έπρεπε για πρώτη φορά να κάνει κηδεία. Νέος ιερέας και δεν ήξερε το τυπικό και πως ψάλλεται. Με υπομονή ο μακαριστός γέροντας του είπε πως θα κάνει τούτο, πως εκείνο. Κι έπιασε να του ψέλνει τροπάρια της νεκρώσιμης Ακολουθίας. Έψελνε και ο Αλέξιος, μα ο Γέροντας έψελνε πολύ ωραία. Έκπαγλα και χαιρότανε όλο και περισσότερο. Σε κάποια στιγμή ο Αλέξιος νόμισε ότι έμαθε να ψέλνει τη νεκρώσιμη Ακολουθία και ήθελε να φύγει, ευχαριστώντας και παίρνοντας την ευχή του Γέροντα. Εκείνος όμως επέμενε να την ψάλουνε όλη από την αρχή. Έτσι κι έγινε. Την ψάλανε ολόκληρη, και ο γέροντας ήτανε όλο χαρά κι ευφροσύνη.
Έφυγε μετά τις 2 η ώρα ο π. Αλέξιος κι έμεινε μόνος ο γέροντας. Στις 3.15 του χτύπησαν την πόρτα για καφέ και του είπαν ότι ήρθε η Γερασιμία. Κι ενώ δύσκολα δεχότανε στο κελί. είπε μόνος του:
-Να έρθει. Αυτό το παιδί έχει ανάγκη, πρέπει να το δω!
Αργότερα δέχτηκε τη Γερασιμία, για εξομολόγηση. Έβαλε το πετραχήλι του, έκατσε στην άκρη του κρεβατιού, βλέποντας τον Εσταυρωμένο, και άρχισε. Την άκουσε προσεχτικά, τη συμβούλεψε, της έδωσε κουράγιο...και ξαφνικά με αλλοιωμένη όψη της λέει:
-Εδώ, παιδί μου, είναι ο όσιος Δαβίδ...Και ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος...ψάλε το Απολυτίκιο τους...
-Παιδί μου, άνοιξε την πόρτα, ήρθαν οι πατέρες.
Πράγματι, έφταναν στην πόρτα οι πατέρες. Τη στιγμή που στράφηκε στην πόρτα η Γερασιμία, δοκίμασε ο γέροντας να σηκωθεί, να σταθεί στα πόδια του...Μα την ίδια στιγμή είπε «ζαλίζομαι, ζαλίζομαι...» κι έγειρε, χάνοντας την ευστάθεια του. Πρόλαβε η κοπέλα κι έπιασε λίγο το γέροντα και τον βοήθησε να μη χτυπήσει πολύ, πέφτοντας στο πάτωμα. Η αναπνοή του ήτανε πολύ δύσκολη και προσπαθούσε. Συγχρόνως έμπαιναν και οι πατέρες με πρώτο τον π. Ιλαρίωνα. Αμέσως σύγχυση, φόβος, πανικός, κλάματα...Γονάτισε δίπλα του ο π. Κύριλλος, πήρε να του τρίψει τα χέρια...άλλοι μοναχοί τρέξανε στον Άγιο Χαράλαμπο και κλαίγοντας κάνανε Παράκληση. Άλλος έτρεξε να τηλεφωνήσει σε γιατρό. Ο σφυγμός του μεγάλου ασκητή φάνηκε νηματοειδής, ανεπαίσθητος...Το πρόσωπο του πήρε λίγο κοκκινωπό χρώμα...έμεινε ήρεμο, χωρίς αγωνία...και μια στιγμή έκανε με τα σεπτά χείλη του ένα μικρό φύσημα...
Αυτό ήταν, σαν πουλάκι παρέδωσε το πνεύμα. Στις 4.17 το απόγευμα, ο μακαριστός γέροντας άφησε το φθαρτό κόσμο του πόνου. Μπήκε σε μακάρια μονή του Τριαδικού Θεού.

Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ
Καθ. Στυλιανός Γ. Παπαδόπουλος
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ

Την παραμονή του μεγάλου ταξιδιού.




Φερμένο από τους γονείς του σε μία πολυάνθρωπη πόλη, σε διαμέρισμα συγγενών. Ένα δωδεκάχρονο κορίτσι πέθαινε. Πέθαινε από καρκίνο. Οι γιατροί την είχαν χειρουργήσει δύο φορές, ξαφνικά όμως εμφανίστηκε ένας όγκος στο κεφάλι της, ο οποίος, πριν αφαιρεθεί, δημιούργησε άλλους όγκους που απλώθηκαν με γρήγορες μεταστάσεις στον ώμο και στους πνεύμονες.
Χωρίς μαλλιά και παραμορφωμένο από τις εγχειρήσεις, το κορίτσι έμενε κατάκοιτο στο ξένο δωμάτιο, κοιτώντας από το παράθυρο το χιόνι που έπεφτε. Αλληλοδιαδόχως μια ο πατέρας και μια η μητέρα έσκυβαν επάνω της, δίνοντάς της κάποιο φάρμακο ή κάτι για να πιει. Δεν μπορούσε πια να φάει σχεδόν τίποτε, ούτε να μιλήσει κανονικά, παρά μόνο ψιθύριζε πότε-πότε:
—Μη στενοχωρείστε, μαμά και μπαμπά! θά γίνω καλά.
Ο πατέρας έτρεχε από τη μια κλινική στην άλλη, επίσης και σε διάφορους ειδικούς. Ήξερε ότι ή κόρη του ήταν καταδικασμένη, ωστόσο μια τυφλή ελπίδα τον ωθούσε να ψάχνει όλους εκείνους, για τους οποίους μάθαινε ότι είχαν βρει κάποια θεραπεία του καρκίνου: βοτανολόγους, παραψυχολόγους… Κανένας όμως δεν μπορούσε να βοηθήσει το παιδί του.
Όταν εξανεμίσθηκαν και οι τελευταίες ελπίδες του, συνάντησε ένα ξένο και μέσα στην απελπισία του τού εκμυστηρεύτηκε τον πόνο του. Ο άνθρωπος αυτός, ένας ατυχής πενηντάχρονος πλανόβιος που ποτέ δεν ξεπέρασε τη νεανική ηλικία του, οδήγησε τον πατέρα του κοριτσιού σ’ ένα παλιό συμμαθητή του, ο οποίος τώρα γράφει αυτές τις γραμμές.
Έτσι συνέβη ώστε μια μέρα μέσα από τη θάλασσα αυτού του κόσμου να παρουσιαστεί στο δωμάτιο μου ένας άνθρωπος άκρως εξαντλημένος και ταραγμένος, που είχε ωστόσο καταφέρει να διατηρήσει την αξιοπρέπεια του.
— Θα μπορούσατε να βοηθήσετε την κόρη μου;
Ήξερα ότι γι’ αυτό που ήταν εν προκειμένω το σπουδαιότερο είχα πράγματι την απάντηση. Ήταν όμως δύσκολο, πολύ δύσκολο, να του το πω ευθέως, μονομιάς. Τελικά μίλησα.
Μέσα από τον πόνο του, μέσα από τα δάκρυα που συγκρατούσε στο βάθος των ματιών του, με δυσπιστία και κάποια απόχρωση τρόμου απάντησε:

-Την κόρη μου, να την βαπτίσω; Για ποιό λόγο; Τί καλό θα της κάνει;
Δεν είμαι ιερέας. Είμαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, ένας από τους «κοπιώντας και πεφορτισμένους». Δεν ήταν πολύς καιρός που είχα έλθει κι εγώ στο Χριστό, στη διδασκαλία Του. Ήξερα ότι εδώ περιέχεται όλη η αλήθεια, κάθε τι το βέβαιο και τελικό, η τελική αλήθεια, Και επιπλέον ήμουν βέβαιος ότι ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός ζούσε ανάμεσα μας, ότι εμφανιζόταν στους ανθρώπους.
Και να τώρα. Ένα μικρό κορίτσι πέθαινε. Ήταν δυνατόν να κρύψεις από τον πατέρα του —έναν άθεο, ένα μέλος του Κόμματος— ότι η μεταθανάτια κατάσταση της ψυχής αυτού του κοριτσιού, που καλά-καλά ούτε το γνώριζα, θα εξαρτιόταν αιωνίως από το αν θα ήταν βαπτισμένο ή όχι; Δεν υπήρχε χρόνος για μακροσκελείς συζητήσεις, ούτε για να εξηγήσεις ότι και τα καλύτερα και αθωότερα παιδιά μπορούν να υποφέρουν για τις αμαρτίες των γονέων τους, των προγόνων τους. Η κάθε μέρα ήταν πολύτιμη, ίσως και η κάθε ώρα. Τού είπα: -Πήγαινε σε μία Εκκλησία, ζήτησε έναν Ιερέα. Και πρέπει οπωσδήποτε να προετοιμάσεις το κορίτσι.
Ο φίλος μου, που δεν είχε παιδιά, στεκόταν αμήχανος, συντριμμένος από τον πόνο του άλλου.
-Θα μπορούσα ίσως να του δώσω την Καινή μου Διαθήκη; ρώτησε.
-Ναι, απάντησα, αφού το κορίτσι έχει τις αισθήσεις του και καταλαβαίνει, διαβάζετε της τα κεφάλαια με τη σειρά. Διαβάζετε χωρίς διακοπή,
Ο φίλος μου πήρε τον πατέρα του κοριτσιού έξω στο σκοτεινό χειμωνιάτικο βράδυ, για να του δώσει την ίδια Καινή Διαθήκη που του είχα δωρίσει εγώ πριν ένα χρόνο, ελπίζοντας να σώσω μία χαμένη, ευγενική, αμαρτωλή ψυχή.
Το μεθεπόμενο πρωινό, μου τηλεφώνησε και με πληροφόρησε αποθαρρυμένα:
-Τίποτα δεν έγινε. Το κορίτσι είναι απρόθυμο και οι γονείς αντιτίθενται.
-Και πώς είναι το κορίτσι, σε τί κατάσταση;
-Της δίνουν οξυγόνο. Η κατάστασή της είναι πολύ κρίσιμη.
-Πήγες εκεί; Την είδες;
-Όχι, δεν πήγα.
-Ξέρεις τουλάχιστον το όνομά της;
-Γκαλίνα.
Άρχισα να προσεύχομαι για τη Γκα­λίνα. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο. Η ημέρα έφτανε στο τέλος της. Δεν μπορούσα να σκεφθώ τίποτε άλλο εκτός από το ότι ένα άγνωστό μου μικρό κορίτσι πέθαινε, αναχωρώντας για την αιωνιότητα… Προσευχήθηκα για τη Γκαλίνα, την αβάπτιστη Γκαλίνα.
Εκείνο το βράδυ, λίγο πριν τις εννιά, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο φίλος μου.
-Ο πατέρας μού τηλεφώνησε. Έχουν συμφωνήσει. Η Γκαλίνα συμφώνησε. Πού μπορούμε να βρούμε έναν ιερέα;
Ήταν σχεδόν εννιά. Στις Εκκλησίες οι ακολουθίες πρέπει να τελείωναν. Πήρα τον αριθμό ενός γνωστού μου ιερέως που ήταν εφημέριος  λίγο πιο μακριά, έξω από την πόλη. Το πιθανότερο ήταν να έλειπε από το σπίτι.
Ήταν στο σπίτι! Κατά μία σπάνια συγκυρία περιστάσεων είχε μόλις επιστρέψει στο σπίτι. Η φωνή του ήταν κουρασμένη αλλά σταθερή: -Έλα γρήγορα να με πάρεις. Πού θα πάμε; Πού είναι αυτό;
Τηλεφώνησα στο φίλο μου και αυτός στους γονείς του παιδιού. Αποδείχθηκε ότι έπρεπε να πάμε στα περίχωρα, σ’ ένα νέο προάστιο, σχεδόν κοντά στον περιφερειακό δακτύλιο.
Έξω από το παράθυρο οι νιφάδες πετούσαν γρήγορα μέσα από το φως που έριχνε η λάμπα του στύλου. Ήταν χιονοθύελλα.
Ο φίλος μου ήρθε με ένα ταξί και μαζί διασχίσαμε με ταχύτητα το κέντρο της πόλεως. Αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε όλο και περισσότερο την μαγνητική δύναμη του χρόνου, μια δύναμη που τώρα επιδρούσε στην αλυσίδα των γεγονότων, συνδέοντας αιτία και αποτελέσματα. Έπρεπε μετά από τόσα χρόνια να συναντηθώ εγώ και πάλι με τον παλιό συμμαθητή μου, να του δώσω μια Καινή Διαθήκη. Αυτός έπρεπε να συναντήσει τον πατέρα του κοριτσιού και να τον φέρει σ’ εμένα κι εγώ έπρεπε να γνωρίζω αυτόν τον ιερέα, ο οποίος έπρεπε αυτή τη συγκεκριμένη ώρα να βρίσκεται στο σπίτι!
Νάτος. Στεκόταν εκεί στο πεζοδρόμιο, πασπαλισμένος με χιόνι. Άνοιξα γρήγορα την πόρτα. Καθώς βολευόταν στη θέση του, γύρισε και με ρώτησε: -Έχεις σταυρό; Πήρες κανένα μαζί σου;
-Όχι.
Βγήκε από το ταξί. Έτρεξε στο σπίτι και χάθηκε για λίγο από το βλέμμα μας. Περιμέναμε νιώθοντας ένοχοι. Είχα ένα σταυρό, αλλά δεν σκέφθηκα να τον πάρω. Τελικά επέστρεψε και συνεχίσαμε το δρόμο μας. Από τις σύντομες φράσεις μας ο οδηγός ήξερε ποιοί ήμασταν και ποιός ο σκοπός του ταξιδιού μας. Έγινε βλοσυρός. Το πρόσωπό του πήρε μια σαρκαστική έκφραση χαρακτηριστική σε οδηγούς ταξί. Νέος ακόμη, θα ήταν προφανώς συνομήλικος με τον κουρασμένο και σιωπηλό μας παππούλη.
Κάναμε αρκετό δρόμο και χρειάστηκε να ψάξουμε πολλή ώρα, μέχρι να βρούμε τη σωστή διεύθυνση, το σωστό διαμέρισμα. Φαινόταν πως το βρήκαμε. Ανεβήκαμε με το ασανσέρ.
Η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη -φαινόμενο σύνηθες σε καιρό τραγωδίας. Επικράτησε μια σιωπή γεμάτη προσοχή. Μέσα σ’ αυτή τη σιωπή εμφανίστηκε η μητέρα από τον στενό διάδρομο. Τα αδάκρυτα μάτια της φανέρωναν ένα απρόσμενο αίσθημα εκπλήξεως —μέχρι σημείου παραλύσεως. Την αιτία αυτής της εκπλήξεως την ανακαλύψαμε αργότερα, μετά την τέλεση του Μυστηρίου.
Συνέβη κατά το μεσημέρι ο πατέρας να έχει μια ψυχική αλλοίωση. Κάθισε δίπλα στη κόρη του και ανοίγοντας το Ευαγγέλιο άρχισε να της λέει κάτι για βάπτισμα.
Το ετοιμοθάνατο κορίτσι δεν ήθελε ούτε να ακούσει κάτι τέτοιο.
-Φύγε από δω! Και μη ξαναέρθεις. Φώναξε τη μαμά. Είμαι μικρή Σκαπανεύςκαι δεν θέλω ν’ ακούω για βαφτίσια. Φύγε!
Ο πατέρας εφυγε αποκαρδιωμένος και φώναξε τη μητέρα. Αυτή δεν είχε προλάβει να πλησιάσει το κρεβάτι, όταν είδε ότι η κόρη της ξεψυχούσε· το πρόσωπό της έγινε κέρινο, η αναπνοή της σταμάτησε και τα μάτια της γύρισαν επάνω. Αρπάζοντας το κεφάλι του κοριτσιού, η μητέρα έσφιξε μέσα στα χέρια της το πρόσωπο της κόρης της μέσα σε μια ανίσχυρη αγωνία… Και ξαφνικά, ένιωσε ότι τα φρύδια συσπάστηκαν, κινήθηκαν.
-Τί συμβαίνει, παιδί μου;
Τα μάτια της Γκαλίνας κοιτούσαν ίσια μπροστά με σοβαρότητα, Το πρόσωπό της ρόδισε.
-Πετούσα. Από ψηλά είδα εσένα, τον μπαμπά, και όλους. Και κάτι άλλο που δεν πρέπει να πω. Γρήγορα, καλέστε έναν Ιερέα! Αν δεν το κάνετε, όταν θα γίνω καλά, θα πάω μόνη μου σε μία Εκκλησία. Γρήγορα, καλέστε τον!
Όμως έγινε βράδυ μέχρι να τηλεφωνήσουν στο φίλο μου…
Μπήκαμε στο δωμάτιο όπου, σ’ ένα κρεβατάκι δίπλα στο παράθυρο, ξάπλωνε κατάκοιτο το κορίτσι. Η έκφραση του προσώπου της σου προξενούσε αμέσως κατάπληξη. Ήταν αδύνατο να πιστέψεις ότι το κορίτσι που πέθαινε ήταν δώδεκα ετών.
Μάλλον έμοιαζε σαν να είχαν μαζευτεί σ’ αυτήν όλες οι ηλικίες. Διαποτισμένα με μια σπάνια πνευματική ομορφιά, τα μεγάλα μάτια της κοιτούσαν μέσα από το πρόσωπο μιας γυναίκας, ενός άνθρωπου…
Ψηλός και λεπτός ο ιερέας. Έσκυψε πάνω της φορώντας τα άμφια του. Έγινε δεκτός με ένα χαμόγελο. Έμοιαζε σαν να μην ήταν η πρώτη φορά που είχαν συναντηθεί, σαν αυτή να μη πιεζόταν πια από την επιθανάτια αγωνία και εξάντληση… Τέτοιο χαμόγελο.
Φοβούμενος μην ξεσπάσω σε δάκρυα, αναζήτησα τον πατέρα. Διαπιστώθηκε πως είχε πάει για φιάλη οξυγόνου. Προσπάθησα να φανώ χρήσιμος και τοποθέτησα τρία αναμμένα κεριά σ’ ένα δοχείο με το νερό που επρόκειτο να αγιαστεί. Το ένα έπεφτε συνεχώς.
Όλοι μας, μαζί και η μητέρα του κοριτσιού και ο φίλος μου, που στεκόταν παράμερα, είχαμε τη φυσιολογική αίσθηση ότι συμμετέχουμε σ’ ένα μυστήριο. Συνέβαινε κάτι που ήταν πέρα από τη σύλληψη του νου, της λογικής. Μέσα στη βαριά, υγρή ατμόσφαιρα ακούγονταν τρεμουλιαστά τα λόγια των προσευχών. Οι φλόγες των τριών κεριών τρεμόσβηναν πάνω από το ήδη αγιασμένο νερό,
Ο ιερέας ήταν σε ένταση, όπως και εμείς. Αργότερα μας είπε ότι ποτέ δεν είχε δει κάποιον που να δέχθηκε τόσο συνειδητά το μυστήριο του βαπτίσματος. Μόνο η Γκαλίνα ήταν ήρεμη. Τα προσεκτικά της μάτια, που τα καταλάβαιναν όλα, φαίνονταν να βλέπουν κάτι που εμείς οι άλλοι δεν το βλέπαμε.
Είχαμε τελειώσει. Στο αδύνατο παιδικό στήθος της Γκαλίνας κρεμόταν ένας μικρός σταυρός. Ο ιερέας ετοιμαζόταν να της δώσει τη θεία Κοινωνία, φέρνοντας στα χείλη της μία πολύ μικρή μερίδα του Σώματος του Κυρίου μας με μία μικρή ασημένια λαβίδα. Από πίσω η μητέρα ψιθύρισε:
-Δεν μπορεί να καταπιεί τίποτε.
-Όχι, μπορώ! είπε η Γκαλίνα. Μπορώ!
Και κατάπιε τη μερίδα, πίνοντας και λίνο ζεστό νάμα,
Ο ιερέας, ξέχειλος από συμπάθεια, καλωσύνη, αγάπη, έσκυψε πάνω στην κατάλευκη ψυχούλα που ετοιμαζόταν ν’ αφήσει αυτόν τον κόσμο και ψιθύρισε:
-Γκαλίνα, να προσεύχεσαι για μάς,
-Βεβαίως, απάντησε σταθερά το κορίτσι, Το γνωρίζω… Σίγουρα.,.
Πώς το γνώριζε; Τί της είχε φανερωθεί εκείνες τις στιγμές που είχε μεταφερθεί στον άλλο κόσμο; Αυτό παρέμεινε μυστήριο.
Η Γκαλίνα πέθανε την επόμενη μέρα, 12 Ιανουαρίου 1981, το μεσημέρι. Ας προσευχόμαστε κι εμείς γι’ αυτήν!

(Από το παράνομο ρωσικό θρησκευτικό περιοδικό Ελπίδα(Ναντιέζνα), τευχ. 9.
Πηγή: «Αγιορείτικη Μαρτυρία», τευχ. 4)